Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού Πρέσβη στην Άγκυρα, Τ. Μπάρακ, λειτούργησαν για την Τουρκία σαν ένα κλασικό «σκωτσέζικο ντους». Μέσα σε λίγες ημέρες, από την αισιόδοξη αναφορά σε επίλυση του ζητήματος των F-35 εντός 4–6 μηνών, περάσαμε στη σαφή και κατηγορηματική τοποθέτηση ότι η Άγκυρα δεν πρόκειται να πάρει το πράσινο φως για τα F-35, όσο δεν απαλλάσσεται από το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400.
Πρόκειται για αλλαγή πολιτικής; Ή για διπλωματικό «μάζεμα» μετά από μια δήλωση που ερμηνεύτηκε –σκόπιμα ή όχι– πολύ πιο αισιόδοξα απ’ όσο επέτρεπε η πραγματικότητα;
Από το «4–6 μήνες» στο «καμιά έγκριση χωρίς απαλλαγή από τους S-400»
Στην πρώτη του τοποθέτηση, ο Τ. Μπάρακ μίλησε για προοπτική επίλυσης του προβλήματος σε χρονικό ορίζοντα 4–6 μηνών. Η δήλωση αυτή, όπως ήταν απολύτως αναμενόμενο, προβλήθηκε στην Τουρκία ως ένδειξη ότι το «πάγωμα» των F-35 οδεύει προς άρση. Σε μερίδα των τουρκικών ΜΜΕ και σε αναλυτές του περιβάλλοντος Ερντογάν, η φράση αυτή σχεδόν μεταφράστηκε σε προαναγγελία επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα.
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, ο ίδιος ο πρέσβης επανήλθε με νέα, σαφώς πιο αυστηρή τοποθέτηση: η Τουρκία δεν πρόκειται να λάβει το πράσινο φως για το F-35, εάν δεν απαλλαγεί από το ρωσικό σύστημα S-400. Χωρίς «αστερίσκους», χωρίς υπεκφυγές.
Στην ουσία, ο Μπάρακ δεν άλλαξε την αμερικανική θέση. Αναγκάστηκε να την επαναδιατυπώσει, με τρόπο που να μην αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.
Ο ρόλος του αμερικανικού νόμου: μια «κόκκινη γραμμή» που δεν είναι διαπραγματεύσιμη
Το κρίσιμο σημείο, που συχνά χάνεται μέσα στον επικοινωνιακό θόρυβο, είναι ότι η σχέση F-35 – S-400 δεν είναι απλώς θέμα πολιτικής βούλησης του εκάστοτε προέδρου ή πρέσβη. Είναι κατοχυρωμένη σε αμερικανική νομοθεσία και δεσμευτικές ρυθμίσεις.
Μετά την απόκτηση του S-400 από την Τουρκία:
- η Άγκυρα αποβλήθηκε από το πρόγραμμα F-35,
- επιβλήθηκαν κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA,
- στον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ ενσωματώθηκε ρητή διάταξη ότι δεν μπορούν να δοθούν F-35 σε χώρα που κατέχει και επιχειρεί το S-400.
Άρα, οποιαδήποτε υπόνοια ότι μπορεί να υπάρξει «συμβιβαστική φόρμουλα» χωρίς πραγματική απαλλαγή από τους S-400, εκθέτει πολιτικά την αμερικανική πλευρά, ιδίως στο Κογκρέσο, όπου η Τουρκία αντιμετωπίζεται με μεγάλη επιφυλακτικότητα.
Η «δεύτερη» δήλωση Μπάρακ, συνεπώς, δεν ήταν αλλαγή γραμμής. Ήταν υποχρεωτική επαναφορά στην πραγματικότητα του νόμου, μετά από ένα υπερβολικά αισιόδοξο σήμα που ερμηνεύτηκε στην Άγκυρα ως προάγγελος αποδοχής της συνύπαρξης S-400 και F-35.
Το μήνυμα της Άγκυρας: οι S-400 ως μόνιμο στοιχείο της εθνικής αεράμυνας
Η άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκεται στην τουρκική στάση.
Στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη, Τούρκοι αναλυτές και αξιωματούχοι, κοντά στο προεδρικό περιβάλλον, κατέστησαν απολύτως σαφές ότι:
- η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το σύστημα S-400,
- το σύστημα έχει ήδη ενταχθεί στο Εθνικό Αντιαεροπορικό Σύστημα της χώρας,
- αντιμετωπίζεται ως στρατηγικό εργαλείο ανεξάρτητης αεράμυνας και όχι ως διαπραγματευτικό χαρτί.
Με απλά λόγια, η Άγκυρα δεν αφήνει κανένα περιθώριο για «τεχνικές λύσεις» του τύπου «τους βάζουμε στο ράφι», «μένουν ανενεργοί», «τους μεταφέρουμε σε τρίτη χώρα» κ.λπ., οι οποίες θα μπορούσαν να επιτρέψουν σε Ουάσιγκτον και Άγκυρα να σώσουν τα προσχήματα εκατέρωθεν.
Όσο η τουρκική πλευρά παρουσιάζει τους S-400 ως αναπόσπαστο μέρος του εθνικού δικτύου αεράμυνας, τόσο περιορίζεται και η δυνατότητα πολιτικού ελιγμού για οποιονδήποτε Αμερικανό αξιωματούχο.
Ορμπάν, ρωσικό φυσικό αέριο και τουρκικές «εγγυήσεις»: το ενεργειακό σκέλος
Την ίδια χρονική στιγμή, προστίθεται στο σκηνικό και ένας ακόμη παράγοντας: η ενεργειακή διάσταση.
Κατά τη συνάντηση Ερντογάν – Ορμπάν, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας δήλωσε ότι η Τουρκία θα εγγυηθεί την ασφάλεια της ροής ρωσικού φυσικού αερίου προς τη χώρα του. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα στέλνει ένα διπλό μήνυμα:
- Δεν πρόκειται να σταματήσει την εισαγωγή φυσικού αερίου από τη Ρωσία.
- Φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος διάδρομος ρωσικής ενέργειας προς χώρες της ΕΕ.
Σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ πιέζουν για μείωση της ευρωπαϊκής εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια, το μήνυμα αυτό δεν περνά απαρατήρητο. Στην Ουάσιγκτον, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι:
- Τουρκία με ρωσικό στρατηγικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400,
- Τουρκία ως κρίσιμος κόμβος ρωσικού φυσικού αερίου προς Ευρώπη,
- και ταυτόχρονα αίτημα συμμετοχής στο πιο προηγμένο αμερικανικό πρόγραμμα μαχητικών αεροσκαφών, το F-35.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Αμερικανός πρέσβης δεν έχει κανένα περιθώριο να εμφανιστεί ως «χαλαρός» ή ελαστικός απέναντι στην Άγκυρα. Η διόρθωση της δήλωσής του ήταν σχεδόν αναπόφευκτη.
Άλλαξε κάτι στην ουσία; Όχι. Απλώς εξέλειψε η «θολή» αισιοδοξία
Αν απογυμνώσουμε τις εξελίξεις από τον επικοινωνιακό τους φλοιό, η εικόνα είναι καθαρή:
- Η ουσία της αμερικανικής πολιτικής παραμένει αμετάβλητη από το 2019:
S-400 και F-35 δεν μπορούν να συνυπάρξουν σε τουρκικό έδαφος. - Η πρώτη δήλωση Μπάρακ, με τη χρονική αναφορά «4–6 μήνες», δημιούργησε την εντύπωση ότι υπάρχει κάποιο πολιτικό παράθυρο «μαγικής λύσης».
- Η δεύτερη δήλωσή του κατέστησε σαφές ότι οποιαδήποτε λύση προϋποθέτει απαλλαγή από τους S-400 – άρα, δεν μιλάμε για παράκαμψη του προβλήματος, αλλά για αντιμετώπισή του στην ρίζα του.
Από την τουρκική σκοπιά, αυτό μοιάζει ως «σκωτσέζικο ντους»: η ελπίδα ενός σχετικά γρήγορου «ξεπαγώματος» μετατρέπεται σε καθαρό μήνυμα ότι η προϋπόθεση παραμένει και είναι σκληρή. Από αμερικανική σκοπιά, όμως, πρόκειται απλώς για επαναφορά στην γραμμή του νόμου και του Κογκρέσου.
«Δεν θα πάρει ποτέ F-35;» – Πολιτική εκτίμηση, στρατηγική πραγματικότητα
Έχω τονίσει πολλές φορές ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να πάρει τα F-35, γιατί δεν πρόκειται να απαλλαγεί από τους S-400. Η διατύπωση «ποτέ» είναι, πράγματι, μια πολιτική πρόβλεψη. Όμως, στηρίζεται σε τρία διαρκή δεδομένα:
- Ο αμερικανικός νόμος είναι σαφής: όσο υπάρχουν S-400, δεν υπάρχουν F-35 για την Τουρκία.
- Η Άγκυρα επιμένει στους S-400 και τους παρουσιάζει ως αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής αεράμυνας.
- Η Τουρκία επενδύει ήδη σε εναλλακτικές (αναβάθμιση F-16, πρόγραμμα KAAN, πιθανές ευρωπαϊκές επιλογές), μειώνοντας έτσι πολιτικά το κίνητρο να «θυσιάσει» τους S-400.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόβλεψη ότι η Τουρκία δεν θα επανέλθει στο πρόγραμμα F-35, τουλάχιστον όσο μπορούμε να δούμε στο ορατό στρατηγικό μέλλον, είναι ρεαλιστική.
Για την Ελλάδα –και την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο– αυτό στοιχείο είναι κρίσιμο: σημαίνει ότι ο ποιοτικός αποτρεπτικός παράγοντας που προσφέρει το F-35 στην Πολεμική Αεροπορία δεν πρόκειται να εξουδετερωθεί από συμμετρική απόκτηση του ίδιου πλεονεκτήματος από την τουρκική πλευρά.
Η «αλλαγή στάσης» του Τ. Μπάρακ δεν είναι αλλαγή πολιτικής, αλλά διπλωματική διόρθωση πορείας. Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί –ακόμη κι αν το ήθελε– να δώσει F-35 σε μια χώρα που:
- διαθέτει και εντάσσει στο εθνικό της δόγμα τον ρωσικό S-400,
- αναλαμβάνει ρόλο εγγυητή για τη ροή ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη,
- και ταυτόχρονα ζητά πρόσβαση στην αιχμή της αμερικανικής αεροπορικής τεχνολογίας.
Η Τουρκία, όσο δεν κάνει πίσω στον S-400, παραμένει εκτός F-35. Και όλα δείχνουν ότι αυτό το αδιέξοδο δεν είναι συγκυριακό, αλλά στρατηγική επιλογή της Άγκυρας. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόβλεψη ότι «η Τουρκία δεν πρόκειται να πάρει ποτέ τα F-35 επειδή δεν πρόκειται ποτέ να απαλλαγεί από τους S-400» δεν είναι υπερβολή· είναι η φυσική κατάληξη μιας πορείας που η ίδια η Τουρκία έχει επιλέξει.

