Η έγκριση από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης ενισχύει πολιτικά την τουρκική στρατηγική και επιβάλλει επανεξέταση των ελληνικών χειρισμών. Τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα παραμένουν ακέραια.
Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης αποτελεί σοβαρή εξέλιξη για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Σύμφωνα με το Reuters, που επικαλείται δύο Λίβυους βουλευτές, η απόφαση ελήφθη την Τρίτη 20 Οκτωβρίου, ανατρέποντας την επιλογή του 2020 για διακοπή των πολιτικών δεσμών με την Άγκυρα.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: η Τουρκία ενισχύει τη δυνατότητά της να διατηρήσει τη συμφωνία ανεξάρτητα από τις μελλοντικές ισορροπίες ανάμεσα στα λιβυκά κέντρα εξουσίας. Για την Αθήνα, περιορίζονται τα περιθώρια να στηρίζει τις προσδοκίες της στην εσωτερική αμφισβήτηση του μνημονίου.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη διάκριση. Η εσωτερική έγκριση μιας συμφωνίας δεν της επιτρέπει να καταργεί δικαιώματα τρίτων κρατών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει διατυπώσει από τον Δεκέμβριο του 2019 σαφή θέση: το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για αυτές.
Αυτό, όμως, δεν προσφέρεται ως δικαιολογία εφησυχασμού. Μια συμφωνία που αμφισβητείται νομικά μπορεί να χρησιμοποιείται πολιτικά για να προκαλεί καθυστερήσεις, να αποθαρρύνει επενδύσεις και να αυξάνει την ένταση. Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος: στην προσπάθεια μετατροπής μιας διεκδίκησης σε διαρκές εμπόδιο για την άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου δείχνει ήδη τη σημασία αυτής της πίεσης. Όπως κατέγραψε το Reuters στις 15 Οκτωβρίου, η διαδικασία επανέναρξης των ερευνών για το έργο προχωρούσε, ενώ η Τουρκία υποστήριζε ότι απαιτείται προηγούμενος συντονισμός μαζί της, επικαλούμενη τη συμφωνία με τη Λιβύη.
Η νέα έγκριση μπορεί, συνεπώς, να ενισχύσει αυτή την επιχειρηματολογία της Άγκυρας. Δεν αρκεί, πάντως, από μόνη της για να αποδειχθεί ότι η απόφαση ελήφθη ειδικά ως αντίποινο για το καλώδιο ή για τα θαλάσσια πάρκα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η στάση της Αιγύπτου. Μόλις στις 15 Οκτωβρίου, Αθήνα και Κάιρο πραγματοποίησαν διαβουλεύσεις για τη Λιβύη, επαναβεβαιώνοντας τον συντονισμό τους και τη σημασία του σεβασμού του Δικαίου της Θάλασσας. Η σημερινή εξέλιξη θέτει πλέον το ερώτημα πώς αυτή η σύγκλιση θα μεταφραστεί σε συγκεκριμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες.
Για την ελληνική κυβέρνηση, το ζητούμενο είναι ένα σχέδιο με μετρήσιμους στόχους: ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής στήριξης, συντονισμός με την Αίγυπτο, διατήρηση διαύλων με τις λιβυκές πλευρές και ουσιαστική προστασία των ενεργειακών έργων. Οι επαφές έχουν αξία όταν παράγουν αποτέλεσμα.
Στη συζήτηση εντάσσεται και η πρόταση επέκτασης των χωρικών υδάτων νοτίως και δυτικά της Κρήτης. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει δικαίωμα καθορισμού αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια. Η άσκησή του απαιτεί συγκεκριμένη προετοιμασία, ενώ η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας παραμένει διαφορετικό ζήτημα.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει τι αλλάζει στους χειρισμούς της μετά τη λιβυκή απόφαση. Ποιες πρωτοβουλίες αναλαμβάνει, ποια στήριξη επιδιώκει και πώς θα διασφαλίσει ότι οι τουρκικές διεκδικήσεις δεν θα μετατραπούν σε μόνιμο μηχανισμό παρεμπόδισης της ελληνικής πολιτικής.

