Όταν ένα καθεστώς φοβάται τη νεολαία, δεν τη φυλακίζει μόνο — τη στέλνει στην αγχόνη
Το ιρανικό καθεστώς προχώρησε στην εκτέλεση τριών νέων ανδρών που είχαν κατηγορηθεί για τη δολοφονία αστυνομικών κατά τη διάρκεια των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων του Ιανουαρίου. Ανάμεσά τους, ο 19χρονος Σαλέχ Μοχαμαντί, μέλος της εθνικής ομάδας πάλης του Ιράν.
Η υπόθεση ξεπερνά τα όρια μιας απλής ποινικής δίκης. Για ακόμη μία φορά, η αγχόνη χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής εξόντωσης, παραδειγματισμού και κοινωνικής τρομοκράτησης. Όταν ένα καθεστώς δεν μπορεί να πείσει, εκτελεί.
Η αγχόνη ως κρατική προκήρυξη τρόμου
Στο Ιράν, η θανατική ποινή δεν λειτουργεί μόνο ως ποινή. Λειτουργεί ως δημόσια ανακοίνωση ισχύος.
Η εκτέλεση ενός 19χρονου αθλητή δεν είναι μια «τυπική» κρατική πράξη. Είναι μήνυμα προς κάθε νέο άνθρωπο που σκέφτεται να αμφισβητήσει, να διαμαρτυρηθεί, να σηκώσει κεφάλι.
Το καθεστώς δεν τιμώρησε απλώς τρεις καταδικασμένους.
Επέλεξε να δείξει ότι μπορεί να συντρίψει ακόμη και εκείνους που συμβολίζουν τη νεότητα, τη δύναμη, τη δημόσια αναγνώριση.
Και ακριβώς γι’ αυτό, η υπόθεση αυτή αποκτά πολύ μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική βαρύτητα.
«Πόλεμος κατά του Θεού»: η θεολογία της καταστολής
Οι τρεις άνδρες καταδικάστηκαν και για «μοχαρεμπέχ» — μια κατηγορία που μετατρέπει την πολιτική ή κοινωνική σύγκρουση σε υπαρξιακό αδίκημα απέναντι στο ίδιο το καθεστώς.
Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιείται όχι μόνο για να νομιμοποιήσει τη σκληρότητα, αλλά και για να ντύσει την εξουσία με ιερό μανδύα.
Έτσι, το κράτος δεν εμφανίζεται ως μηχανισμός καταστολής, αλλά ως δήθεν υπερασπιστής της τάξης, της πίστης και της «θείας νομιμότητας».
Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για τον πιο ωμό τρόπο ποινικοποίησης της διαφωνίας.
Όταν η εξουσία βαφτίζει τη διαμαρτυρία «πόλεμο κατά του Θεού», στην ουσία ομολογεί ότι φοβάται ακόμη και τη φωνή των πολιτών της.
Από το ταπί στην αγχόνη
Το γεγονός ότι ανάμεσα στους εκτελεσμένους βρίσκεται ένας νεαρός παλαιστής έχει τεράστιο συμβολικό βάρος.
Ο αθλητής, ιδίως σε κοινωνίες όπως η ιρανική, δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο της επικαιρότητας. Είναι πρότυπο, εικόνα πειθαρχίας, υπερηφάνειας, εθνικής αναφοράς.
Και ακριβώς γι’ αυτό, η εκτέλεσή του αποκτά χαρακτήρα πολιτικής επίδειξης.
Το μήνυμα είναι σαφές: ούτε η φήμη, ούτε η ηλικία, ούτε το εθνικό έμβλημα στο στήθος προστατεύουν κανέναν, όταν το καθεστώς αποφασίσει να παραδώσει ένα μάθημα φόβου.
Η εξουσία στο Ιράν δεν αρκείται στο να κυνηγά αντιπάλους.
Θέλει να τσακίσει σύμβολα.
Δεκέμβριος 2025 – Ιανουάριος 2026
Ξεσπούν μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις του Ιράν, με το καθεστώς να απαντά με βίαιη καταστολή, συλλήψεις και αιματηρές επιχειρήσεις ασφαλείας.
Ιανουάριος 2026
Στην Κομ, οι αρχές συνδέουν επεισόδια και επιθέσεις κατά αστυνομικών με τρεις νεαρούς άνδρες, οι οποίοι συλλαμβάνονται και οδηγούνται ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Το επόμενο διάστημα
Οι κατηγορούμενοι οδηγούνται σε καταδίκη όχι μόνο για ανθρωποκτονίες, αλλά και για «μοχαρεμπέχ», κατηγορία που ανοίγει τον δρόμο για την εσχάτη των ποινών.
Μάρτιος 2026
Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνει τις θανατικές ποινές και το καθεστώς προχωρά στις εκτελέσεις στην επαρχία Κομ.
20 Μαρτίου 2026
Η εκτέλεση του 19χρονου παλαιστή προκαλεί διεθνή σοκ και αναδεικνύει ξανά τον μηχανισμό τρόμου με τον οποίο η Τεχεράνη επιχειρεί να ελέγξει μια κοινωνία σε ασφυξία.
Δεν εκτέλεσαν μόνο τρεις νέους ανθρώπους.
Εκτέλεσαν το δικαίωμα μιας κοινωνίας να αναπνέει χωρίς φόβο.
Και όταν ένα καθεστώς φτάνει στο σημείο να κρεμά έναν 19χρονο αθλητή για να αποδείξει ότι ακόμη ελέγχει το παιχνίδι, τότε δεν δείχνει δύναμη.
Δείχνει πανικό.
Γιατί οι εξουσίες που σκοτώνουν τόσο νέους ανθρώπους, στην πραγματικότητα έχουν ήδη αρχίσει να φοβούνται το τέλος τους.

