Όταν ένα κυβερνητικό σύστημα στηρίζεται στην οικογενειοκρατία, στους έμπιστους και στα παράκεντρα εξουσίας, η εσωτερική σύγκρουση δεν είναι πολιτική διαφωνία. Είναι πόλεμος επιβίωσης.
Το πρωτοσέλιδο της «Εστίας», με τον εκρηκτικό τίτλο «Το “αφεντικό” απειλεί με διάσπαση τη ΝΔ», δεν περιγράφει απλώς ακόμη ένα επεισόδιο εσωκομματικής γκρίνιας. Αποτυπώνει την εικόνα μιας κυβερνητικής παράταξης που βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις, τις εξαρτήσεις και τους μηχανισμούς που η ίδια δημιούργησε.
Η Νέα Δημοκρατία δεν κινδυνεύει να διασπαστεί επειδή ξαφνικά εμφανίστηκαν ιδεολογικές διαφορές. Κινδυνεύει επειδή για χρόνια μετατράπηκε από πολιτικό κόμμα σε κλειστό σύστημα εξουσίας, στο οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονταν από έναν περιορισμένο κύκλο ανθρώπων, μακριά από τα κομματικά όργανα, τους βουλευτές και την κοινωνική βάση της παράταξης.
Όταν όλα πηγαίνουν καλά, οι μηχανισμοί αυτοί παρουσιάζονται ως «επιτελικό κράτος». Όταν όμως η εξουσία αρχίζει να υποχωρεί, οι ίδιοι μηχανισμοί μετατρέπονται σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Η κυβέρνηση των “δικών μας ανθρώπων”
Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν είναι μόνο οι λανθασμένες επιλογές της. Είναι το μοντέλο διακυβέρνησης που οικοδόμησε.
Ένα μοντέλο στο οποίο η προσωπική πίστη μέτρησε περισσότερο από την πολιτική ικανότητα. Η συγγενική ή φιλική σχέση περισσότερο από τη θεσμική νομιμοποίηση. Η επικοινωνιακή διαχείριση περισσότερο από την πραγματική αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί γύρω από το πρωθυπουργικό γραφείο ένα πυκνό δίκτυο συνεργατών, γραμματέων, συμβούλων, επικοινωνιολόγων και εξωθεσμικών παραγόντων. Ένα σύστημα που δεν λογοδοτούσε ουσιαστικά στο κόμμα, αλλά λειτουργούσε ως προσωπικός μηχανισμός διατήρησης της πρωθυπουργικής κυριαρχίας.
Τώρα, σύμφωνα με όσα υπαινίσσεται το πρωτοσέλιδο, τμήματα αυτού του μηχανισμού φαίνεται να συγκρούονται μεταξύ τους.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία: το σύστημα που κατασκευάστηκε για να εξασφαλίζει απόλυτο έλεγχο, μπορεί να εξελιχθεί στον παράγοντα που θα προκαλέσει την αποσύνθεση της παράταξης.
Ποιος κυβερνά πραγματικά;
Η συζήτηση για το ποιος είναι το «αφεντικό» δεν είναι κουτσομπολιό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό ζήτημα.
Ποιος αποφασίζει για τις κρίσιμες κυβερνητικές επιλογές;
Ο πρωθυπουργός; Οι υπουργοί; Τα εκλεγμένα όργανα; Ή ένας άτυπος κύκλος ανθρώπων που δεν έχει λάβει ποτέ λαϊκή εντολή;
Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις. Διότι όταν δημόσια κυκλοφορούν καταγγελίες, υπαινιγμοί και απειλές περί εσωτερικής ανατροπής, δεν αρκεί η συνήθης τακτική της σιωπής. Δεν πρόκειται για οικογενειακή παρεξήγηση ούτε για προσωπική βεντέτα. Πρόκειται για την κυβερνητική λειτουργία της χώρας.
Εάν υπάρχουν παράκεντρα εξουσίας, πρέπει να αποκαλυφθούν.
Εάν υπάρχουν κυβερνητικά στελέχη που λειτουργούν ως αντίπαλες αυλές, πρέπει να λογοδοτήσουν.
Εάν υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι μπορούν να εκβιάζουν, να απειλούν ή να καθορίζουν την πορεία ενός κόμματος επειδή γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, τότε το πρόβλημα δεν είναι κομματικό. Είναι πρόβλημα δημοκρατίας.
Η Νέα Δημοκρατία έχει πάψει να είναι ενιαία
Πίσω από την εικόνα της κυβερνητικής ενότητας υπάρχουν πλέον διαφορετικές και ασύμβατες πολιτικές ομάδες.
Υπάρχει η παραδοσιακή κεντροδεξιά βάση, που αισθάνεται ότι το κόμμα της μεταλλάχθηκε σε ένα άχρωμο διαχειριστικό μόρφωμα. Υπάρχουν οι βουλευτές της περιφέρειας, που εισπράττουν καθημερινά την οργή των πολιτών για την ακρίβεια, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών. Υπάρχουν πρώην πρωθυπουργοί και ιστορικά στελέχη που διαφωνούν ανοιχτά με την εξωτερική πολιτική και τις εθνικές επιλογές.
Και υπάρχει ο στενός πρωθυπουργικός μηχανισμός, ο οποίος αντιμετωπίζει το κόμμα ως εκλογικό όχημα και όχι ως ζωντανή πολιτική παράταξη.
Αυτές οι αντιθέσεις δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν πίσω από δημοσκοπήσεις, επικοινωνιακές καμπάνιες και ελεγχόμενες τηλεοπτικές εμφανίσεις.
Η μάχη δεν αφορά μόνο τη διαδοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αφορά το ποιος θα ελέγξει τη Νέα Δημοκρατία την επόμενη ημέρα και ποιος θα χρεωθεί την πολιτική φθορά της σημερινής διακυβέρνησης.
Η σιωπή δεν είναι απάντηση
Το Μέγαρο Μαξίμου έχει συνηθίσει να απαντά στις σοβαρές αποκαλύψεις με τρεις τρόπους: υποβάθμιση, επικοινωνιακό αντιπερισπασμό και σιωπή.
Αυτή τη φορά, όμως, η σιωπή μπορεί να αποδειχθεί ομολογία αδυναμίας.
Διότι όταν μια ιστορική συντηρητική εφημερίδα φτάνει στο σημείο να μιλά για «αφεντικό» και απειλή διάσπασης, το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως δημοσιογραφική υπερβολή. Η κυβέρνηση πρέπει να ξεκαθαρίσει αν πράγματι βρίσκεται σε εξέλιξη μια εσωτερική σύγκρουση, ποια είναι τα πρόσωπα που συμμετέχουν και ποιο είναι το αντικείμενό της.
Ακόμη περισσότερο, πρέπει να απαντήσει εάν η διακυβέρνηση της χώρας επηρεάζεται από προσωπικές αντιπαραθέσεις ανθρώπων που βρίσκονται ή βρέθηκαν κοντά στον πρωθυπουργό.
Το πραγματικό “αφεντικό” είναι η κοινωνία
Η κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι το πολιτικό παιχνίδι παίζεται αποκλειστικά στους διαδρόμους του Μαξίμου, στα υπουργικά γραφεία και στις κλειστές συσκέψεις. Κάνει λάθος.
Το πραγματικό αφεντικό σε μια δημοκρατία είναι ο πολίτης.
Ο πολίτης που πληρώνει ακριβότερα το ρεύμα, το νερό, τα τρόφιμα και τη στέγη. Ο επαγγελματίας που ασφυκτιά από τα χρέη. Ο αγρότης που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη γραφειοκρατία και την εγκατάλειψη. Ο ασθενής που περιμένει σε ένα υποστελεχωμένο νοσοκομείο. Ο κάτοικος της περιφέρειας που ακούει καθημερινά μεγάλες εξαγγελίες, αλλά βλέπει γύρω του δρόμους, υποδομές και υπηρεσίες να καταρρέουν.
Αυτή η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται ποιος από τους ανθρώπους του Μαξίμου θα επικρατήσει στον εσωτερικό πόλεμο. Ενδιαφέρεται για το ποιος θα κυβερνήσει με διαφάνεια, λογοδοσία και πραγματικό σεβασμό στους θεσμούς.
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να συνεχίσει να προσποιείται ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Μπορεί να κρύβει τις συγκρούσεις, να επιβάλλει επικοινωνιακή πειθαρχία και να απειλεί τους διαφωνούντες με πολιτική εξαφάνιση.
Όμως το καπάκι έχει ήδη ανοίξει.
Και όταν ένα σύστημα εξουσίας αρχίζει να μιλά δημόσια για «αφεντικά», ανατροπές και διασπάσεις, σημαίνει ότι η εσωτερική αποσύνθεση έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο από όσο θέλει να παραδεχθεί.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι εάν υπάρχει πόλεμος μέσα στη Νέα Δημοκρατία. Το ερώτημα είναι ποιος θα επιβιώσει από αυτόν — και ποιος θα πληρώσει τελικά τον λογαριασμό. Γιατί, όπως πάντοτε, τον λογαριασμό των πολέμων της εξουσίας τον πληρώνει η κοινωνία.

