Η έρευνα του Βασίλη Ευθυμιόπουλου δεν χαρίζει εύκολες βεβαιότητες, αλλά φωτίζει έναν πραγματικό μηχανισμό: όσο το φυσικό αέριο παραμένει η οριακή μονάδα που καθορίζει τη χονδρική τιμή, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να πληρώνουν ακριβά ένα σύστημα που υποτίθεται ότι «απελευθερώθηκε», αλλά στην πράξη παραμένει δομημένο υπέρ των ισχυρών.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούμε μεγάλα λόγια για «ενεργειακή μετάβαση», «πράσινη ανάπτυξη» και «προστασία του καταναλωτή».
Είναι, όμως, από τις λίγες φορές που τίθεται τόσο καθαρά το πραγματικό ερώτημα:
Γιατί, ενώ οι ΑΠΕ αυξάνονται, ο καταναλωτής συνεχίζει να πληρώνει ρεύμα σαν να ζει σε μόνιμη ενεργειακή κρίση;
Η απάντηση είναι ενοχλητική για όσους βολεύονται πίσω από τεχνικούς όρους και ακατανόητα διαγράμματα. Το πρόβλημα βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η τιμή στο Χρηματιστήριο Ενέργειας. Δεν πληρώνουμε με βάση το φθηνότερο ρεύμα που παράγεται. Πληρώνουμε με βάση την τελευταία, ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση. Και αυτή, πολύ συχνά, είναι το φυσικό αέριο.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό:
ακόμη κι όταν μεγάλο μέρος της ενέργειας παράγεται από φθηνότερες πηγές, η τελική χονδρική τιμή παραμένει δεμένη στο ακριβότερο καύσιμο.
Με άλλα λόγια, ολόκληρη η αγορά ακολουθεί το ακριβό βαγόνι.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ενεργειακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Όταν μια αγορά λειτουργεί έτσι ώστε η ακριβή οριακή μονάδα να ανεβάζει το τίμημα για όλους, δεν έχουμε μια ουδέτερη τεχνική διαδικασία. Έχουμε μια δομή που παράγει μόνιμη ασφυξία για την κοινωνία και μόνιμο πλεονέκτημα για όσους κινούνται με άνεση μέσα σε αυτό το σύστημα.
Και ας σταματήσουν επιτέλους οι υποκρισίες.
Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς κάθε φορά «καρτέλ» με τη στενή νομική έννοια για να δει ότι η αγορά παραμένει ολιγοπωλιακή στη λειτουργία και στα αποτελέσματά της. Όταν λίγοι καθορίζουν τους όρους, όταν η εξάρτηση από το αέριο μετατρέπεται σε μηχανισμό διαρκούς ακριβής εκκαθάρισης και όταν ο τελικός λογαριασμός πνίγει τον πολίτη, τότε το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι κοινωνικό, παραγωγικό και εθνικό.
Η γεωθερμία δεν είναι «μόδα». Είναι εργαλείο στρατηγικής απεξάρτησης.
Εδώ ακριβώς αποκτά σημασία η παρέμβαση της έρευνας Ευθυμιόπουλου.
Όχι επειδή παρουσιάζει τη γεωθερμία ως κάποιο μαγικό ραβδί.
Αλλά επειδή υπενθυμίζει κάτι που το πολιτικό σύστημα απέφυγε επί χρόνια να βάλει σοβαρά στο τραπέζι:
η χώρα χρειάζεται σταθερή, εγχώρια, χαμηλού κόστους ισχύ βάσης.
Τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά είναι απαραίτητα, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους. Η γεωθερμία έχει ένα πλεονέκτημα που αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού: μπορεί να λειτουργεί σταθερά, ως base load. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μειώσει την ανάγκη προσφυγής στις ακριβές μονάδες φυσικού αερίου, ειδικά στις ώρες που το σύστημα πιέζεται.
Και εκεί βρίσκεται η ουσία.
Αν μειωθεί η ανάγκη να μπαίνουν στο σύστημα μονάδες αερίου που τιμολογούν ακριβά, τότε πέφτει και η οριακή τιμή.
Όχι θεωρητικά. Μηχανιστικά.
Η έρευνα βάζει στο τραπέζι ακόμη και ένα υποθετικό αλλά απολύτως εύγλωττο σενάριο: με σημαντική προσθήκη γεωθερμικής ισχύος, η μέση χονδρική τιμή θα μπορούσε να συμπιεστεί αισθητά. Αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο το πρωί θα εξαφανιστεί η ακρίβεια. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει πραγματικός δρόμος μείωσης της εξάρτησης από τον πιο ακριβό καθοριστικό παράγοντα της αγοράς.
Γιατί λοιπόν δεν προχωράμε;
Εδώ τελειώνει η τεχνοκρατική αθωότητα και αρχίζει η πολιτική ευθύνη.
Γιατί αν η γεωθερμία μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην ακριβή οριακή τιμή, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο «αν γίνεται».
Το ερώτημα είναι:
- Ποιος θέλει πραγματικά να γίνει;
- Ποιος επενδύει σοβαρά;
- Ποιος σχεδιάζει σε βάθος χρόνου;
- Και ποιος βολεύεται με μια αγορά όπου ο καταναλωτής πληρώνει, οι αδυναμίες του συστήματος διαιωνίζονται και η πολιτική ηγεσία μοιράζει επιδοτήσεις αντί να αλλάζει τη ρίζα του προβλήματος;
Για χρόνια, η Ελλάδα αντιμετώπισε την ενεργειακή πολιτική σαν άσκηση δημοσίων σχέσεων.
Λίγη πράσινη ρητορική, λίγες επιδοτήσεις-παυσίπονα, πολλές εξαγγελίες και ελάχιστος σοβαρός σχεδιασμός για εγχώρια σταθερή παραγωγή με χαμηλό κόστος.
Και έτσι η κοινωνία έμαθε να ζει με το παράλογο:
να ακούει για «ανάπτυξη ΑΠΕ» και ταυτόχρονα να βλέπει λογαριασμούς που συνεχίζουν να τρομοκρατούν νοικοκυριά, μικρομεσαίους και παραγωγή.
Η αλήθεια είναι μία
Η ενεργειακή αυτονομία δεν θα έρθει με σλόγκαν.
Θα έρθει μόνο όταν η χώρα αποφασίσει να χτυπήσει τη δομή που γεννά την ακρίβεια.
Η γεωθερμία δεν είναι η μοναδική απάντηση.
Είναι όμως μία από τις ελάχιστες σοβαρές, σταθερές και στρατηγικές απαντήσεις που μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από το ακριβό φυσικό αέριο και να αποσυμπιέσουν ουσιαστικά τη χονδρική αγορά.
Και αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την έρευνα ουσιαστική:
δεν προσφέρει εύκολη δημαγωγία, αλλά αναδεικνύει ότι ο δρόμος υπάρχει — αρκεί να υπάρξει σύγκρουση με την αδράνεια, τα συμφέροντα και το βολικό μοντέλο του «πληρώνει ο πολίτης και βλέπουμε».
Το ρεύμα στην Ελλάδα δεν είναι ακριβό επειδή “έτσι είναι η αγορά”. Είναι ακριβό επειδή η χώρα άφησε την αγορά να λειτουργεί με τρόπο που ανταμείβει την εξάρτηση και τιμωρεί την κοινωνία. Αν δεν στηθούν σταθερές εγχώριες λύσεις όπως η γεωθερμία, θα συνεχίσουμε να επιδοτούμε την ακρίβεια αντί να την νικάμε.

