Ουκρανία, Μέση Ανατολή και Ταϊβάν συγκεντρώνουν την ανησυχία για μια ευρύτερη σύγκρουση, καθώς η αβεβαιότητα για τις προθέσεις των μεγάλων δυνάμεων δοκιμάζει τις διεθνείς ισορροπίες.
Ένας παγκόσμιος πόλεμος μπορεί να ξεκινήσει επειδή κάποιος ηγέτης υπολόγισε λανθασμένα ότι ο αντίπαλός του θα υποχωρούσε. Αυτός είναι ο κίνδυνος που αναδεικνύει ο Γκίντεον Ράχμαν, επικεφαλής σχολιαστής διεθνών υποθέσεων των Financial Times, στην ανάλυσή του για το ενδεχόμενο γενικευμένης σύγκρουσης. Η προειδοποίησή του αφορά τον συνδυασμό περιφερειακών πολέμων, ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων και αμφιβολιών για την αξιοπιστία των συμμαχικών δεσμεύσεων.
Στην Ευρώπη, ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει η πιο άμεση εστία αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση. Το ενδεχόμενο επέκτασης της κρίσης συνδέεται με στρατιωτικά περιστατικά, δολιοφθορές και επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν θύματα πέρα από τα ουκρανικά σύνορα. Ένα σοβαρό πλήγμα σε κράτος του ΝΑΤΟ θα έθετε τη Συμμαχία μπροστά σε αποφάσεις με συνέπειες για ολόκληρη την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Το Άρθρο 5 προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός συμμάχου θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Κάθε κράτος οφείλει να συνδράμει, επιλέγοντας τα μέτρα που κρίνει αναγκαία, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται η χρήση ένοπλης βίας. Η διάταξη, επομένως, δεν συνεπάγεται αυτόματη και πανομοιότυπη στρατιωτική αντίδραση όλων των μελών. Το είδος της επίθεσης και οι αποφάσεις των κυβερνήσεων έχουν καθοριστική σημασία.
Στη Μέση Ανατολή, η σύγκρουση με το Ιράν και οι επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων δημιουργούν έναν δεύτερο χώρο επικίνδυνης κλιμάκωσης. Στο δημοσίευμα επισημαίνονται οι διασυνδέσεις με το ουκρανικό μέτωπο: αναφορές για ρωσική συνδρομή στην ιρανική στοχοποίηση και προσφορά ουκρανικής τεχνογνωσίας αντιμετώπισης drones σε χώρες του Κόλπου. Η εμπλοκή εξωτερικών δυνάμεων αυξάνει τον αριθμό των παραγόντων που επηρεάζουν την εξέλιξη κάθε σύγκρουσης.
Στον Ειρηνικό, η Ταϊβάν αποτελεί διαφορετική περίπτωση: μια εστία έντονης στρατιωτικής και πολιτικής πίεσης, όπου μια απόπειρα βίαιης αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος θα μπορούσε να προκαλέσει κρίση ανάμεσα στην Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Πεκίνο διεκδικεί το νησί, ενώ η στάση που θα τηρούσε η Ουάσιγκτον σε περίπτωση επίθεσης παραμένει κρίσιμος παράγοντας στους υπολογισμούς του.
Η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει υποστήριξη της αμυντικής ικανότητας της Ταϊβάν και διατήρηση της δυνατότητας των ΗΠΑ να αντισταθούν στη χρήση βίας ή εξαναγκασμού εναντίον της. Το πλαίσιο αυτό διαφέρει από τη συλλογική άμυνα που προβλέπει η συνθήκη του ΝΑΤΟ.
Την εικόνα περιπλέκει η προσέγγιση Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Βόρειας Κορέας. Οι τέσσερις χώρες έχουν διαφορετικές επιδιώξεις και δεν συγκροτούν ενιαία στρατιωτική συμμαχία αντίστοιχη του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η συνεργασία τους και η κοινή αμφισβήτηση της αμερικανικής ισχύος ενισχύουν τον φόβο ότι μια κρίση σε μία περιοχή θα μπορούσε να συνοδευτεί από πιέσεις σε κάποια άλλη.
Στην ίδια συζήτηση εντάσσεται η αβεβαιότητα γύρω από την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Όταν σύμμαχοι και αντίπαλοι αμφιβάλλουν για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της, μεγαλώνει ο κίνδυνος διαφορετικών και αντικρουόμενων εκτιμήσεων. Μια κίνηση που η μία πλευρά θεωρεί περιορισμένη μπορεί να εκληφθεί από την άλλη ως πρόκληση που απαιτεί άμεση απάντηση.
Οι ιστορικές αναφορές στο 1914 και στο 1939 φωτίζουν ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό: την υποτίμηση της αποφασιστικότητας του αντιπάλου και την πεποίθηση ότι οι εγγυήσεις προς τρίτες χώρες θα εγκαταλειφθούν μπροστά στο κόστος του πολέμου.
Η πρόκληση σήμερα είναι να παραμένουν σαφείς οι δεσμεύσεις και ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας. Η στρατιωτική αποτροπή χρειάζεται να συνοδεύεται από διπλωματία που περιορίζει τις παρερμηνείες. Διαφορετικά, διαδοχικές αποφάσεις, καθεμία από τις οποίες παρουσιάζεται ως ελεγχόμενη, μπορούν να δημιουργήσουν μια κατάσταση που κανείς δεν είναι πλέον σε θέση να ελέγξει.

