Οι έπαινοι του Αμερικανού προέδρου συνοδεύτηκαν από μια φράση που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τις προσδοκίες της Ουάσιγκτον από την Άγκυρα.
Μια δήλωση με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ στις 13 Οκτωβρίου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητήσει από την Τουρκία βοήθεια για την αντιμετώπιση των επιθέσεων των Χούθι κατά της Σαουδικής Αραβίας. Ανάμεσα στις αναφορές στη φιλία του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Αμερικανός πρόεδρος πρόσθεσε: «Ο πρόεδρος Ερντογάν, νομίζω, θα έκανε ό,τι του ζητήσω».
Η φράση αυτή έχει σημασία ακριβώς όπως ειπώθηκε. Εκφράζει την προσδοκία του Τραμπ ότι ο Τούρκος πρόεδρος θα ανταποκρινόταν σε ένα αίτημά του. Δεν αποτελεί ανακοίνωση συμφωνίας, ούτε αποδεικνύει ότι η Άγκυρα έχει δεσμευθεί να στείλει στρατεύματα σε επιχειρήσεις μέσα στην Υεμένη.
Ωστόσο, πολιτικά, η διατύπωση είναι αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ παρουσιάζει τη σχέση τους: ο ίδιος ζητά και ο συνομιλητής του αναμένεται να ανταποκριθεί. Μπορεί να διαβαστεί ως επίδειξη προσωπικής επιρροής, αλλά και ως δημόσια πίεση προς τον Ερντογάν. Οι φιλοφρονήσεις αποκτούν διαφορετικό βάρος όταν συνοδεύονται από προσδοκίες στρατιωτικής συνδρομής.
Το ερώτημα, επομένως, είναι συγκεκριμένο: έχει διατυπωθεί αμερικανικό αίτημα και, εάν ναι, ποια ακριβώς συμμετοχή ζητείται από την Τουρκία;
Η διάκριση ανάμεσα στην αμυντική υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας και στη συμμετοχή σε επιθέσεις κατά των Χούθι είναι καθοριστική. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχε αποκλείσει, στις 8 Οκτωβρίου, την αποστολή στρατευμάτων για επιθετικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Μέκκας, περιγράφοντας ενδεχόμενη συμβολή στην άμυνα του σαουδαραβικού εδάφους. Συνεπώς, η συμφωνία Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας δεν αρκεί από μόνη της για να συναχθεί ότι έχει αποφασιστεί τουρκική πολεμική εμπλοκή στην Υεμένη.
Στην εξίσωση υπάρχει και ο παράγοντας Ισραήλ. Τον Σεπτέμβριο δημοσιοποιήθηκε συνάντηση στρατιωτικών ηγεσιών των ΗΠΑ, του Ισραήλ και αραβικών χωρών στη Γερμανία, με πρωτοβουλία της CENTCOM. Η πραγματοποίηση της συνάντησης επιβεβαιώθηκε στη Jerusalem Post από αμερικανική πηγή, με αντικείμενο την ενίσχυση της περιφερειακής συνεργασίας ασφαλείας. Το ίδιο δημοσίευμα αναφερόταν σε ισραηλινή υποστήριξη πληροφοριών προς τη Σαουδική Αραβία απέναντι στην απειλή των Χούθι.
Επιβεβαιώνεται επίσης η επίσκεψη του Μπενιαμίν Νετανιάχου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στις 27 Σεπτεμβρίου, έπειτα από πρόσκληση του προέδρου Μοχάμεντ μπιν Ζάγεντ. Η επίσκεψη, όμως, δεν τεκμηριώνει από μόνη της σύνοδο αραβικών ηγετών για τη συγκρότηση πολεμικού συνασπισμού με τουρκική συμμετοχή.
Οι επαφές αυτές δείχνουν ότι υπάρχουν δίαυλοι στρατιωτικής συνεννόησης στην περιοχή. Το συμπέρασμα ότι η Τουρκία έχει ήδη συμφωνήσει να ενταχθεί σε κοινή επιχείρηση με το Ισραήλ υπερβαίνει τα διαθέσιμα στοιχεία.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής κριτικής: η Άγκυρα καλείται να εξηγήσει ποια είναι τα όρια των δεσμεύσεών της, ποιον ρόλο εξετάζει και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να διευρύνει τη στρατιωτική της συνδρομή.
Οι προσωπικές φιλίες των ηγετών δεν αρκούν ως εξήγηση για αποφάσεις πολέμου. Και η βεβαιότητα που εμφανίζει ο Τραμπ ότι ο Ερντογάν θα ανταποκριθεί στις επιθυμίες του απαιτεί μια σαφή πολιτική απάντηση από την Άγκυρα.

