Το εμπιστευτικό έγγραφο, οι ενδείξεις για «δώρα» σε δημόσιους λειτουργούς και ο μηχανισμός με τις εκατοντάδες εταιρείες και τους λογαριασμούς εξωτερικού.
Ποιοι γνώριζαν, ποιοι ενημέρωναν και ποιοι ενδεχομένως διευκόλυναν; Οι πληροφορίες που δημοσιοποιούνται για την υπόθεση «Χωριάτικο» θέτουν στο επίκεντρο τις πιθανές προσβάσεις των κατηγορουμένων στον κρατικό μηχανισμό. Παράλληλα με τις εταιρικές συναλλαγές και τις μεταφορές χρημάτων, εξετάζονται επαφές με δημόσιους υπαλλήλους, αστυνομικούς και εκπροσώπους της αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται στοιχεία της έρευνας.
Ιδιαίτερο βάρος έχει η πληροφορία για εμπιστευτικό έγγραφο της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, με αποδέκτη δήμαρχο και αντικείμενο σχετικό με τις ελεγχόμενες εταιρείες, το οποίο φέρεται να περιήλθε στην κατοχή κατηγορουμένου. Κατά το ρεπορτάζ του iEidiseis, οι ερευνητές έχουν καταγράψει συνάντηση του συγκεκριμένου προσώπου με τον δήμαρχο, καθώς και παρουσία του στο δημαρχείο, χωρίς να εξακριβωθούν ο συνομιλητής και ο σκοπός εκείνης της επίσκεψης.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς έφτασε το έγγραφο σε χέρια εμπλεκομένου στην υπόθεση. Η αναφορά σε συνάντηση με αιρετό δεν αρκεί από μόνη της για να αποδώσει ποινική ευθύνη· η διαδρομή της εμπιστευτικής πληροφορίας, όμως, χρειάζεται συγκεκριμένη απάντηση.
Στην ίδια έρευνα περιγράφεται ο φερόμενος ρόλος στελέχους περιφερειακής Κτηματικής Υπηρεσίας. Σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές πληροφορίες, παρείχε ενημέρωση για επικείμενες διοικητικές αποφάσεις και διαγωνισμούς, αλλά και οδηγίες για δικαιολογητικά που θα επέτρεπαν σε εταιρείες να επανέλθουν σε διαδικασίες παραχώρησης μετά τον αποκλεισμό τους.
Αντίστοιχα ερωτήματα προκύπτουν από επικοινωνίες με πρόσωπα σε υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, της Επιθεώρησης Εργασίας και φορολογικής εξυπηρέτησης. Οι αναφορές για επισκέψεις και προσφορά «δώρων» εξετάζονται ως ενδείξεις ενδεχόμενων εξυπηρετήσεων. Το ζητούμενο είναι να προσδιοριστούν συγκεκριμένες πράξεις και ανταλλάγματα.
Στο αστυνομικό σκέλος, ένας ένστολος φέρεται να ενημέρωνε πρόσωπο συνδεδεμένο με τη λειτουργία strip club για ελέγχους, καταγγελίες και διοικητικές διαδικασίες. Καταγράφονται επίσης επικοινωνίες με δεύτερο αστυνομικό, για τον οποίο τα διαθέσιμα στοιχεία περιγράφονται ως πιο περιορισμένα. Αυτή η διαφορά έχει σημασία: η ύπαρξη επαφής δεν αποδεικνύει αυτομάτως συμμετοχή σε παράνομη δραστηριότητα.
Στο υλικό που περιγράφει το δημοσίευμα της «Ζούγκλας» περιλαμβάνονται χειρόγραφες καταχωρίσεις με ονόματα, χρηματικά ποσά και τη λέξη «λάδι». Ερευνάται εάν πρόκειται για καταγραφή χρηματισμών, κάτι που απαιτεί διασταύρωση με συναλλαγές, επικοινωνίες και άλλες αποδείξεις.
Το οικονομικό σκέλος της υπόθεσης αφορά ένα πλέγμα σχεδόν 500 εταιρειών. Ως τυπικοί διαχειριστές φέρονται να χρησιμοποιούνταν ευάλωτα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων άποροι και ηλικιωμένοι σε γηροκομεία, ενώ αναφέρονται και περιπτώσεις χρήσης στοιχείων αποβιωσάντων ή πλαστών φορολογικών δεδομένων. Η πραγματική διαχείριση, κατά την εκδοχή που διερευνούν οι Αρχές, παρέμενε σε άλλα χέρια.
Μέσω POS, εισπράξεις φέρονται να κατευθύνονταν σε λογαριασμούς εκτός Ελλάδας, με αναφορές σε Βουλγαρία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Γαλλία και Κύπρο. Στη συνέχεια εξετάζεται η διοχέτευση χρημάτων σε εικονικές συναλλαγές και σε αγορές ακινήτων, κοσμημάτων και πολυτελών αυτοκινήτων, μεταξύ αυτών Lamborghini και Range Rover. Χαρακτηριστική είναι η αναφερόμενη αποζημίωση εργαζομένης ύψους 1,9 εκατ. ευρώ, η οποία παρουσιάζεται ως πιθανός τρόπος προσδόσεως νομιμοφάνειας στα κεφάλαια.
Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, αφετηρία της διερεύνησης αποτέλεσε καταγγελία στις αρχές του 2024 για εκμετάλλευση ευάλωτων αλλοδαπών γυναικών σε νυχτερινά καταστήματα. Η έρευνα επεκτάθηκε σε δραστηριότητες από το 2016, σε Αθήνα, Μύκονο, Ρόδο, Κόρινθο και Λάρισα. Το δημοσίευμα αναφέρει επίσης παλαιότερη πρωτόδικη καταδίκη του βασικού επιχειρηματία για υποθέσεις μαστροπείας.
Στις συνομιλίες που περιγράφονται περιλαμβάνονται ακόμη αναφορές σε μεταφορά μεγάλων ποσών μετρητών μέσω αεροδρομίων και σε σχεδιασμούς παρακράτησης των φιλοδωρημάτων εργαζομένων στη Μύκονο. Πρόκειται για επιμέρους στοιχεία που εξετάζονται στο πλαίσιο της συνολικής υπόθεσης.
Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι να αποσαφηνιστούν τόσο η πορεία των χρημάτων όσο και οι ενδεχόμενες υπηρεσιακές διευκολύνσεις. Ποιος έδωσε πληροφορίες, ποιος είχε πρόσβαση σε εμπιστευτικά έγγραφα και εάν υπήρξαν ανταλλάγματα είναι ερωτήματα που απαιτούν τεκμηριωμένες απαντήσεις. Οι ευθύνες πρέπει να αποδοθούν εξατομικευμένα, με βάση αποδείξεις και με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας.

