Συνομιλίες για αλλαγές προσωπικού, έλεγχο φιλοδωρημάτων και διαχείριση ταμείων εξετάζονται στην έρευνα για επιχειρήσεις στην Αθήνα και τη Μύκονο.
Ποιος αποφάσιζε για τις προσλήψεις, ποιος επέλεγε τους υπευθύνους και ποιος είχε τον τελευταίο λόγο στα οικονομικά; Σε αυτά τα ερωτήματα επικεντρώνεται η αστυνομική έρευνα στην υπόθεση «Χωριάτικο», εξετάζοντας εάν η πραγματική διοίκηση επιχειρήσεων βρισκόταν σε διαφορετικά χέρια από εκείνα που εμφανίζονταν στα εταιρικά στοιχεία.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Άγγελος Γιαννακόπουλος, το όνομα του οποίου συνδέεται με την αλυσίδα αρτοποιείων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Καθημερινής», οι αστυνομικοί συνδυάζουν νόμιμες τηλεφωνικές επισυνδέσεις και καταγραφές φυσικής επιτήρησης, αναζητώντας ενδείξεις για τον ρόλο του σε ένα ευρύτερο επιχειρηματικό δίκτυο, με δραστηριότητες στην εστίαση και τη νυχτερινή διασκέδαση.
Μία συνομιλία από τις αρχές του 2026 περιλαμβάνει αναφορά συνομιλητή στη συνεργασία του με τον Γιαννακόπουλο και στην ισχύ που θεωρούσε ότι του εξασφάλιζε αυτή η σχέση. Για τους ερευνητές, όμως, το ουσιαστικό ζήτημα είναι πώς τέτοιες αναφορές συνδέονται με συγκεκριμένες αποφάσεις για τη λειτουργία των καταστημάτων.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση στριπ κλαμπ στη λεωφόρο Συγγρού. Πρόσωπο που φέρεται να ανέλαβε τη διεύθυνσή του περιγράφει σε εργαζόμενο μια εντολή που αποδίδει στον Γιαννακόπουλο: «Αλλαξέ τα όλα, άλλαξε, βάλε δικά σου άτομα».
Η αναφορά αξιολογείται ως ένδειξη για το ποιος μπορούσε να αποφασίζει τη στελέχωση του καταστήματος. Στην ίδια επικοινωνία, ο νέος υπεύθυνος εμφανίζεται να συγκεντρώνει και τη διαχείριση των φιλοδωρημάτων, ζητώντας από τους εργαζομένους να απευθύνονται αποκλειστικά στον ίδιο.
Παράλληλα, η φυσική επιτήρηση κατέγραψε παρουσίες του υπευθύνου και του Γιαννακόπουλου σε γραφείο στη λεωφόρο Κηφισού, στο Περιστέρι, τις ίδιες ημερομηνίες. Οι αστυνομικοί εκτιμούν ότι οι συμπτώσεις αυτές συνδέονται με συναντήσεις για τη λειτουργία της επιχείρησης. Σε μία περίπτωση καταγράφηκε κοινή αποχώρηση, με τον υπεύθυνο να μεταφέρει τον Γιαννακόπουλο στην κατοικία του στον Άλιμο. Το περιεχόμενο των συναντήσεων αποτελεί εκτίμηση της έρευνας, όχι καταγεγραμμένη συνομιλία που παρατίθεται στο δημοσίευμα.
Στην ίδια κατεύθυνση εξετάζονται δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες του Ιουνίου 2026. Στην πρώτη, άνδρας επικοινώνησε με τον Γιαννακόπουλο για γυναίκα που ενδιαφερόταν να εργαστεί στο συγκεκριμένο κλαμπ. Στη δεύτερη, γυναίκα απέδιδε σε εκείνον την ιδιοκτησία του καταστήματος, παρότι στα εταιρικά στοιχεία εμφανιζόταν άλλο πρόσωπο. Η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη καταχώριση και στις αναφορές των συνομιλητών βρίσκεται στο μικροσκόπιο.
Η έρευνα επεκτείνεται και στη Μύκονο, μέσω εργαζομένου που εμφανιζόταν ως σερβιτόρος τόσο στο κατάστημα της Συγγρού όσο και σε νυχτερινό κέντρο του νησιού. Οι επικοινωνίες του με πρόσωπα από το γραφείο συντονισμού και το λογιστήριο οδηγούν τους αστυνομικούς στην εκτίμηση ότι οι αρμοδιότητές του περιλάμβαναν ζητήματα προσωπικού και οικονομικές συναλλαγές.
Την 1η Απριλίου 2026 καταγράφηκε συνάντησή του με τον Γιαννακόπουλο στο γραφείο της Κηφισού. Συνδυάζοντας τη συνάντηση με τηλεφωνικές επικοινωνίες, οι ερευνητές εκτιμούν ότι εξετάστηκε η ανάληψη της διαχείρισης του ταμείου στη Μύκονο. Την ίδια ημέρα, ο εργαζόμενος ανέφερε στη σύντροφό του ότι θα συζητούσε στα γραφεία τις απολαβές του και την απασχόληση άλλων προσώπων.
Στις 6 Ιουλίου ακολούθησε τηλεφώνημά του σε υπάλληλο αεροδρομίου, με ερωτήσεις για τη μεταφορά χρημάτων σε πτήση εσωτερικού και το ενδεχόμενο ελέγχου. Ο ίδιος εξηγούσε ότι επρόκειτο για εταιρικά χρήματα που ήθελε να μεταφέρει από υποκατάστημα στην έδρα και ρωτούσε για την επίδειξη στοιχείων ανάληψης. Η συνομιλία καταγράφει ερωτήσεις και εξηγήσεις του εργαζομένου· δεν αποδεικνύει από μόνη της ούτε ότι πραγματοποιήθηκε μεταφορά ούτε την προέλευση των χρημάτων.
Το κρίσιμο ζητούμενο παραμένει η τεκμηρίωση της πραγματικής αλυσίδας διοίκησης: ποιος έδινε οδηγίες, ποιος τις εκτελούσε και ποιος διαχειριζόταν τα έσοδα. Οι καταγραφές αξιολογούνται ως ερευνητικό υλικό και οι αστυνομικές εκτιμήσεις δεν συνιστούν δικαστική κρίση ενοχής.

