Η μέχρι σήμερα στάση της κυβέρνησης απέναντι στα αγροτικά μπλόκα χαρακτηρίζεται από αυτοσυγκράτηση, διάθεση διαλόγου και αποφυγή όξυνσης. Πρόκειται για επιλογές θεσμικά κατανοητές. Όμως, η πολιτική κρίνεται από τα αποτελέσματά της – και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αμυντική τακτική δεν αποδίδει πλέον.
Τα μπλόκα όχι μόνο παραμένουν, αλλά κλιμακώνονται. Οι απειλές για αποκλεισμό παρακαμπτηρίων, τελωνείων, ακόμη και της πρωτεύουσας, δεν συνιστούν «πίεση για διάλογο», αλλά εργαλειοποίηση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Όταν η χώρα παραλύει, δεν πρόκειται για διεκδίκηση· πρόκειται για πολιτικό εκβιασμό.
Η κυβέρνηση έχει ήδη κάνει όσα όφειλε στο πεδίο της καλής πίστης:
- κάλεσε επανειλημμένα σε διάλογο,
- αναγνώρισε υπαρκτά προβλήματα,
- υιοθέτησε επιμέρους αιτήματα,
- απέφυγε τη χρήση κατασταλτικών μέσων.
Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν οδήγησε σε εκτόνωση. Αντίθετα, η μετριοπαθής στάση ερμηνεύτηκε από ορισμένους ως αδυναμία. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο καμπής.
Το πρόβλημα δεν είναι οι αγρότες – είναι η στρατηγική των μπλόκων
Η κυβέρνηση οφείλει να πει μια αλήθεια που η κοινωνία ήδη αντιλαμβάνεται:
δεν ταυτίζονται όλοι οι αγρότες με την ηγεσία των μπλόκων.
Ένα σημαντικό τμήμα των αγροτών εργάζεται, παράγει και αγωνιά για το μέλλον του. Όμως την κλιμάκωση δεν τη σχεδιάζουν αυτοί. Τη σχεδιάζουν συγκεκριμένες συνδικαλιστικές και πολιτικές ομάδες, με σαφή στόχο:
- τη γενικευμένη κοινωνική αναστάτωση,
- τον πολιτικό τραυματισμό της κυβέρνησης,
- την αναπαραγωγή ενός μοντέλου μόνιμης σύγκρουσης χωρίς λύση.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, ο διάλογος χωρίς όρους δεν λειτουργεί ως γέφυρα· λειτουργεί ως καύσιμο.
Γιατί η κυβέρνηση πρέπει να περάσει στην πρωτοβουλία
Η κυβέρνηση δεν έχει μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να προστατεύσει:
- την ελεύθερη κυκλοφορία,
- την οικονομική δραστηριότητα,
- τις κρίσιμες υποδομές,
- την κοινωνική συνοχή.
Η σιωπηρή ανοχή σε παρατεταμένους αποκλεισμούς δεν είναι κοινωνική ευαισθησία. Είναι πολιτικό ρίσκο. Και, τελικά, κοινωνική αδικία απέναντι στους υπόλοιπους πολίτες που πλήττονται χωρίς να ευθύνονται.
Ήρθε η ώρα η κυβέρνηση:
- Να διαχωρίσει καθαρά τον παραγωγό από τον επαγγελματία της έντασης.
Στήριξη στον αγρότη δεν σημαίνει νομιμοποίηση κάθε μορφής πίεσης. - Να μιλήσει με στοιχεία και διαφάνεια.
Να ανοίξει τη συζήτηση για το πού κατευθύνθηκαν επί δεκαετίες οι ενισχύσεις, ποιοι επένδυσαν στην παραγωγή και ποιοι όχι, ποιο είναι το πραγματικό παραγωγικό αποτύπωμα κάθε κλάδου. - Να επαναφέρει τη συζήτηση στο μέλλον και όχι στο χθες.
Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλο ένα μοντέλο επιδοτούμενης στασιμότητας. Χωρίς αναδιάρθρωση καλλιεργειών, χωρίς ανταγωνιστικότητα και χωρίς προσαρμογή στους ευρωπαϊκούς κανόνες, τα ίδια προβλήματα θα επανεμφανίζονται κάθε χρόνο – με όλο και μεγαλύτερο κόστος. - Να επιβάλει, με ψυχραιμία αλλά αποφασιστικότητα, την εφαρμογή του νόμου.
Όχι με επίδειξη αυταρχισμού, αλλά με σαφές μήνυμα ότι το κράτος δεν διαπραγματεύεται την ομηρία της χώρας.
Η κοινωνία αλλάζει στάση – και η κυβέρνηση πρέπει να το δει
Όσο τα αιτήματα ήταν συγκεκριμένα και η πίεση αναλογική, η κοινωνία έδειχνε κατανόηση. Όσο όμως η κινητοποίηση μετατρέπεται σε γενικευμένο αποκλεισμό, η κοινή γνώμη αρχίζει να μεταστρέφεται. Αυτό δεν είναι επικοινωνιακό εύρημα· είναι πολιτικό δεδομένο.
Η κυβέρνηση έχει ακόμη το περιθώριο να αξιοποιήσει αυτή τη μετατόπιση. Όχι για σύγκρουση, αλλά για επαναφορά της λογικής.
Το πραγματικό δίλημμα
Το δίλημμα δεν είναι «αγρότες ή κυβέρνηση».
Το δίλημμα είναι μεταρρύθμιση ή διαρκής κρίση.
Αν η κυβέρνηση συνεχίσει να αμύνεται, θα σύρεται πίσω από γεγονότα που δεν ελέγχει. Αν, αντίθετα, πάρει την πρωτοβουλία –με σαφή λόγο, καθαρές γραμμές και θεσμική αποφασιστικότητα– μπορεί να μετατρέψει μια κρίση σε σημείο καμπής.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μία χρονιά μπλόκων.
Χρειάζεται πολιτική απόφαση.

