Η εικόνα που διαμορφώνεται από τη νέα δημοσκόπηση της Real Polls είναι αποκαλυπτική: η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να κινείται κοντά στο 30%, η παράταξη της Κατερίνας Λατινοπούλου φαίνεται να παγιώνει κοινοβουλευτική παρουσία, ενώ στον προοδευτικό χώρο επικρατεί κατακερματισμός, αμηχανία και εσωστρέφεια. Την ίδια στιγμή, μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ανοιχτά θέμα κοινού ψηφοδελτίου με ΠΑΣΟΚ και Νέα Αριστερά, χωρίς όμως ανταπόκριση.
Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να πιστεύει ότι μπορεί να διεκδικήσει την πρωτιά αυτόνομα, ενώ η Νέα Αριστερά δείχνει να βρίσκεται σε φάση αναζήτησης στρατηγικής και ταυτότητας, παρά το γεγονός ότι διαθέτει ορισμένα αξιόλογα στελέχη. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σκηνικό όπου η κυριαρχία Μητσοτάκη μοιάζει σχεδόν «δομική» – όχι μόνο λόγω της δύναμης της ΝΔ, αλλά κυρίως λόγω της αδυναμίας των αντιπάλων της να αρθρώσουν κοινό, πειστικό σχέδιο εξουσίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα «τι θα γινόταν αν το ΠΑΣΟΚ είχε πρόεδρο τον Γερουλάνο» δεν είναι απλώς θεωρητική άσκηση. Αγγίζει τον πυρήνα του πώς θα μπορούσε να ανασυνταχθεί η κεντροαριστερά και αν υπάρχει ρεαλιστικό σενάριο αποτροπής μιας τρίτης τετραετίας Μητσοτάκη.
Η δημοσκόπηση και η παγιωμένη πρωτοκαθεδρία της ΝΔ
Το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης της δημοσκόπησης είναι αριθμητικό:
- Η Νέα Δημοκρατία, παρότι φθαρμένη από αλλεπάλληλα σκάνδαλα, κρίσεις και διαχειριστικές αστοχίες, διατηρεί ένα ποσοστό γύρω στο 30%.
- Στα δεξιά της, σχήματα όπως αυτό της Λατινοπούλου βρίσκουν χώρο, είτε ως «τιμωρητική ψήφος» είτε ως ιδεολογικά σκληρότερη έκφραση ενός ήδη συντηρητικού ακροατηρίου.
- Στον αντίποδα, ο προοδευτικός, κεντροαριστερός και αριστερός χώρος παραμένει μοιρασμένος σε ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, Νέα Αριστερά και μικρότερους σχηματισμούς.
Αν δει κανείς το σκηνικό ψυχρά, η ΝΔ δεν κερδίζει επειδή εμπνέει· κερδίζει επειδή οι αντίπαλοί της δεν συνθέτουν. Η δυναμική προς μία τρίτη τετραετία Μητσοτάκη δεν στηρίζεται μόνο στη δική του πολιτική ηγεμονία, αλλά και στην αδυναμία συγκρότησης εναλλακτικού πόλου διακυβέρνησης.
Ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς
Σήμερα, το μοναδικό κόμμα που φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη ενός ευρύτερου προοδευτικού μετώπου είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ζητά κοινό ψηφοδέλτιο με ΠΑΣΟΚ και Νέα Αριστερά. Όμως:
- Το ΠΑΣΟΚ λειτουργεί με μια λογική «ιστορικής δικαίωσης», πιστεύοντας ότι μπορεί να επιστρέψει στην πρώτη θέση αν απλώς κρατήσει αποστάσεις από όλους και χτίσει τον ρόλο του «τρίτου πόλου».
- Η Νέα Αριστερά δείχνει να ισορροπεί ανάμεσα σε ταυτότητα, στρατηγική και οργανωτική συγκρότηση, χωρίς σαφή απόφαση αν ο τελικός στόχος είναι η αυτόνομη πορεία ή η συμμετοχή σε ένα μεγαλύτερο σχήμα.
Έτσι, ενώ οι αριθμοί επιβάλλουν συνεργασίες, η πολιτική κουλτούρα και οι μικροηγεμονισμοί ωθούν σε απομόνωση. Το αποτέλεσμα είναι ένα «προοδευτικό φάσμα» που λειτουργεί σαν μωσαϊκό χωρίς συνδετικό υλικό, αφήνοντας στην πράξη τον χώρο ελεύθερο για τη ΝΔ.
ΠΑΣΟΚ με Γερουλάνο: τι πραγματικά θα άλλαζε
Αν υποθέσουμε ότι όλα τα παραπάνω δεδομένα της δημοσκόπησης μένουν ίδια, αλλά αλλάζει ένα βασικό στοιχείο – ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είναι ο Παύλος Γερουλάνος – τότε το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τους αριθμούς στη στρατηγική.
Ο Γερουλάνος εκπροσωπεί:
- Μια πιο καθαρή σοσιαλδημοκρατική γραμμή, με αναφορές στο ιστορικό ΠΑΣΟΚ, αλλά με έμφαση σε θεσμούς, δικαιώματα και κοινωνικό κράτος.
- Ένα στυλ πολιτικής λιγότερο επικοινωνιακό και περισσότερο προγραμματικό.
- Μια κουλτούρα συνεργασιών που δεν κρύβεται πίσω από γενικόλογες εκκλήσεις για «προοδευτική διακυβέρνηση», αλλά αναζητά συγκεκριμένες προγραμματικές συγκλίσεις.
Σε αυτό το υποθετικό σενάριο, τα κρίσιμα ερωτήματα είναι δύο:
- Θα εξακολουθούσε το ΠΑΣΟΚ να απορρίπτει την ιδέα κοινού ψηφοδελτίου;
Με πρόεδρο Γερουλάνο, είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα ΠΑΣΟΚ που διακηρύσσει πως θα βγει πρώτο κόμμα χωρίς να ανοίγει σοβαρά τη συζήτηση για συμμαχίες. Θα ήταν πολύ πιθανότερο να δούμε:- Πίεση για προγραμματική σύγκλιση με ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά.
- Πρωτοβουλίες διαλόγου, όχι μόνο επικοινωνιακές, αλλά με συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής (εργασιακά, υγεία, Παιδεία, κράτος δικαίου).
- Θα άλλαζε η στάση απέναντι στην προοπτική εξουσίας;
Το σημερινό ΠΑΣΟΚ μοιάζει πολλές φορές να φοβάται ότι η συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ θα το «αλλοιώσει». Έτσι, προτιμά να κρατά ίσες αποστάσεις, ακόμη κι αν αυτό στην πράξη διευκολύνει τη ΝΔ.
Ο Γερουλάνος, αντίθετα, είναι πιθανότερο να διατυπώσει καθαρά το εξής:- Χωρίς έναν εναλλακτικό, αξιόπιστο συνασπισμό εξουσίας, η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη δεν είναι απλώς πιθανή – είναι σχεδόν βέβαιη.
- Το ΠΑΣΟΚ, ως ιστορικός κορμός της κεντροαριστεράς, δεν μπορεί να είναι απλώς «ρυθμιστής», αλλά ο αρχιτέκτονας ενός προοδευτικού μπλοκ.
Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη: αναπόφευκτη ή πολιτική επιλογή;
Με τα σημερινά δεδομένα, η προοπτική τρίτης τετραετίας Μητσοτάκη μοιάζει, πράγματι, πολύ κοντά. Αυτό όμως δεν είναι νομοτέλεια· είναι προϊόν:
- Ενός εκλογικού συστήματος που δίνει μπόνους στον πρώτο.
- Μιας ΝΔ που διατηρεί συμπαγή εκλογικό πυρήνα.
- Και κυρίως, ενός κατακερματισμένου αντιπολιτευτικού τόξου που δεν τολμά να αναμετρηθεί με τις δικές του αγκυλώσεις.
Εδώ ακριβώς είναι που το σενάριο «ΠΑΣΟΚ με Γερουλάνο» αποκτά σημασία. Δεν πρόκειται για τη φαντασίωση ενός «σωτήρα», αλλά για ένα διαφορετικό τύπο ηγεσίας στον χώρο της κεντροαριστεράς:
- Πιο καθαρή στο ιδεολογικό στίγμα.
- Πιο ειλικρινής ως προς την ανάγκη συνεργασιών.
- Πιο πρόθυμη να μπει στο δύσκολο παιχνίδι της συγκρότησης προοδευτικού μετώπου, αντί να αρκείται στον ρόλο του «τρίτου κόμματος» που απλώς μετρά ποσοστά.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη παύει να είναι μοιραία και γίνεται πολιτική επιλογή: επιλογή όσων προτιμούν τον κατακερματισμό από τη σύνθεση, την κομματική αυτάρκεια από τη συλλογική προοπτική.
Συμπέρασμα: το χαμένο στοίχημα της σύνθεσης
Η νέα δημοσκόπηση δεν λέει μόνο ότι η ΝΔ «κρατάει». Λέει και κάτι άλλο, πιο ανησυχητικό για τον προοδευτικό χώρο: ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν βλέπει ακόμη μια πειστική, συνεκτική εναλλακτική.
Το υποθετικό σενάριο με τον Γερουλάνο στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ φωτίζει μια άλλη διαδρομή:
- Ένα ΠΑΣΟΚ που δεν φοβάται να πει καθαρά ότι χωρίς συνεργασίες δεν υπάρχει πλειοψηφική προοδευτική διακυβέρνηση.
- Έναν διάλογο με ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά που δεν θα περιοριζόταν σε συνθήματα, αλλά θα παρήγαγε συγκεκριμένο, κοινό πρόγραμμα.
- Μια πιθανή ανατροπή της βεβαιότητας τρίτης τετραετίας Μητσοτάκη, όχι μέσω «αντι-δεξιού θυμού», αλλά μέσω προγραμματικής σοβαρότητας.
Μέχρι να υπάρξει κάτι τέτοιο – με όποια ηγεσία, με όποια πρόσωπα – η συζήτηση για «αδικίες» των δημοσκοπήσεων ή για «κρίμα» που μένουν αναξιοποίητα στελέχη, θα μοιάζει περισσότερο με πολιτική μελαγχολία παρά με στρατηγική.
Η πολιτική δεν συγχωρεί το κενό. Όσο η κεντροαριστερά δεν το γεμίζει με σχέδιο, το γεμίζει η ΝΔ με εξουσία.

