Η δικτατορία της 21ης Απριλίου δεν περιορίστηκε στην κατάλυση του κοινοβουλευτισμού και στην καταστολή της πολιτικής ζωής. Επιδίωξε συστηματικά να «ευθυγραμμίσει» και τη Δικαιοσύνη, αφαιρώντας από το δικαστικό σώμα εκείνους που δεν ήταν διατεθειμένοι να λειτουργήσουν ως θεσμικό άλλοθι. Κομβικό επεισόδιο αυτής της προσπάθειας υπήρξαν οι μαζικές απολύσεις δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών τον Μάιο του 1968, η προσφυγή τους στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) και—όταν το ΣτΕ τόλμησε να ακυρώσει τις απολύσεις—η άμεση πολιτική «αντεπίθεση» του καθεστώτος, που οδήγησε στην ουσιαστική αποψίλωση της ηγεσίας του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου.
Η «ΚΔ΄ Συντακτική Πράξη»: το πρόσχημα της «εξυγίανσης» και το εργαλείο της εκκαθάρισης
Στις 28 Μαΐου 1968 εκδόθηκε η ΚΔ΄ (24η) Συντακτική Πράξη με τίτλο «Περί εξυγιάνσεως της Τακτικής Δικαιοσύνης». Η πράξη προέβλεπε τριήμερη αναστολή της ισοβιότητας και της μονιμότητας δικαστικών λειτουργών, ώστε να καταστεί δυνατή η απομάκρυνσή τους με κυβερνητική απόφαση. Η ρητορική της «εξυγίανσης» αξιοποιήθηκε ως θεσμικό περίβλημα μιας καθαρά πολιτικής επιλογής: να απομακρυνθούν όσοι θεωρούνταν «ενοχλητικοί» ή μη ελέγξιμοι.
29 Μαΐου 1968: απολύσεις με σαφές πολιτικό μήνυμα
Μέσα στο τριήμερο που άνοιξε η Συντακτική Πράξη, το καθεστώς προχώρησε σε μαζικές απολύσεις δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Ανάμεσα στους απολυθέντες περιλαμβάνονταν πρόσωπα που συνδέθηκαν με υποθέσεις οι οποίες αποκάλυπταν τη διαπλοκή κρατικών μηχανισμών με παρακρατική βία ή, γενικότερα, με ενοχλητικές για την εξουσία έρευνες και στάσεις.
Εμβληματικές περιπτώσεις ήταν ο Χρήστος Σαρτζετάκης και ο Παύλος Δελαπόρτας, που είχαν εμπλακεί στην έρευνα για τη δολοφονία του Γρηγορίου Λαμπράκη και είχαν επιμείνει σε πραγματική διερεύνηση, χωρίς να υποκύψουν σε πιέσεις για «γρήγορο κλείσιμο» της υπόθεσης. Ο Ανδρέας Τούσης, από θέση ευθύνης σε υπηρεσίες που ερευνούσαν εγκλήματα πολέμου, είχε συγκρουστεί με ισχυρά συμφέροντα και με το πλέγμα των μεταπολεμικών δικτύων. Ο Αντώνιος Φλώρος, από την πλευρά του, είχε ταυτιστεί με τη θεσμική υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Το μέτρο δεν είχε μόνο πειθαρχικό χαρακτήρα. Είχε χαρακτήρα παραδειγματισμού: «όποιος δεν συμμορφώνεται, απομακρύνεται». Και σε αρκετές περιπτώσεις συνοδεύτηκε από πρόσθετες απαγορεύσεις και πρακτικές αποκλεισμού που στόχευαν στην οικονομική και κοινωνική εξόντωση των απολυμένων.
Η προσφυγή στο ΣτΕ: μια θεσμική αντίσταση μέσα στο σκοτάδι
Μέρος των απολυμένων προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Εκείνη την περίοδο, πρόεδρος του ΣτΕ ήταν ο Μιχαήλ Στασινόπουλος. Παρά το γενικό κλίμα φόβου και τις άμεσες πιέσεις προς τη δικαστική ηγεσία, το ΣτΕ προχώρησε σε ακυρωτική κρίση: έκρινε ότι οι απολύσεις ήταν παράνομες, κυρίως επειδή δεν είχε τηρηθεί θεμελιώδης εγγύηση, η προηγούμενη ακρόαση των θιγόμενων.
Η σημασία αυτής της στάσης δεν ήταν τυπική. Σε συνθήκες δικτατορίας, ακόμη και η υπεράσπιση μιας στοιχειώδους διαδικαστικής εγγύησης ισοδυναμούσε με άρνηση υποταγής. Το ΣτΕ υπενθύμισε ότι, όσο κι αν η εξουσία επιχειρεί να εμφανιστεί ως «νόμιμη», η αυθαιρεσία δεν μετατρέπεται σε δίκαιο με διατάγματα και απειλές.
Η απάντηση της χούντας: σύγκρουση, «παραίτηση» και αποκεφαλισμός της ηγεσίας
Η δικτατορία δεν επέλεξε να συμμορφωθεί. Αντιθέτως, αντιμετώπισε την απόφαση ως πολιτική πρόκληση. Ακολούθησε μια μεθόδευση που κορυφώθηκε με την απομάκρυνση του Μιχαήλ Στασινόπουλου από την προεδρία του ΣτΕ, μέσω «αποδοχής παραίτησης» που ο ίδιος δεν αναγνώριζε ως πραγματική ή ελεύθερη πράξη του. Η πίεση προς το πρόσωπό του υπήρξε ασφυκτική, και περιγράφεται ως ωμή, εκβιαστική και προσωπικά απειλητική.
Η απομάκρυνση του προέδρου δεν ήταν μεμονωμένη πράξη. Σημαντικός αριθμός ανώτερων δικαστών παραιτήθηκε σε ένδειξη συμπαράστασης, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να αποδυναμωθεί και να αναδιαμορφωθεί. Η ηγεσία αντικαταστάθηκε από πρόσωπα σαφώς πιο «συμβατά» με τις επιταγές του καθεστώτος, ενώ στην καθημερινή λειτουργία καλλιεργήθηκε ένα περιβάλλον όπου η ελεύθερη κρίση δεν ήταν δεδομένη αλλά υπό διαρκή επιτήρηση.
Το μήνυμα ήταν σαφές: αν η Δικαιοσύνη δεν υποτάσσεται, αλλάζει η Δικαιοσύνη.
Διώξεις και παραδειγματισμός: το κόστος της ανεξαρτησίας
Παράλληλα με την αναδιάταξη της ηγεσίας, το καθεστώς αξιοποίησε το οπλοστάσιο της καταστολής: εξορίες, διοικητικά μέτρα, διώξεις και φυλακίσεις. Ο Σαρτζετάκης συνελήφθη αργότερα, υπέστη κακομεταχείριση και φυλακίστηκε για μεγάλο διάστημα χωρίς προηγούμενη δίκη. Δικηγόροι που υπερασπίστηκαν απολυμένους, αλλά και λειτουργοί που επέμειναν σε θεσμικές στάσεις, βρέθηκαν επίσης στο στόχαστρο. Το καθεστώς δεν ήθελε απλώς να κερδίσει μια δίκη· ήθελε να κερδίσει την ίδια την ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει δίκη εναντίον του.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα: η «τάξη» χωρίς κράτος δικαίου είναι αυθαιρεσία
Η συγκεκριμένη ιστορία έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, επειδή συμπυκνώνει το πώς λειτουργεί ένας αυταρχισμός όταν συναντά θεσμικό εμπόδιο. Η χούντα δεν περιορίστηκε σε κυβερνητικές αποφάσεις· επιχείρησε να ελέγξει την ίδια τη δυνατότητα του πολίτη να βρει δικαστική προστασία, να απονευρώσει την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και να καταστήσει ανώτατα δικαστήρια ακίνδυνα.
Όταν κάποιοι επιχειρούν να παρουσιάσουν μια «εξωραϊσμένη» εικόνα της δικτατορίας, αξίζει να θυμόμαστε ακριβώς αυτό: ένα καθεστώς που μπορεί να απολύει δικαστές, να αγνοεί δικαστικές αποφάσεις και να ανασυνθέτει την κορυφή της Δικαιοσύνης όταν δεν του αρέσει η κρίση της, δεν είναι «αποτελεσματικό κράτος». Είναι κατάλυση του κράτους δικαίου.
Η μνήμη αυτών των γεγονότων δεν είναι εκδίκηση, ούτε τελετουργία. Είναι υπενθύμιση του τι συμβαίνει όταν η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης μετατρέπεται από θεσμική εγγύηση σε παραχώρηση που μπορεί να ανακληθεί. Και είναι, τελικά, ένα ελάχιστο χρέος απέναντι σε όσους πλήρωσαν προσωπικά το τίμημα για να παραμείνει ζωντανή, έστω για λίγο, μια ιδέα: ότι απέναντι στην αυθαιρεσία υπάρχει κάτι που λέγεται δίκαιο.

