Ογδόντα έξι χρόνια από το 1940, η Ελλάδα τιμά τους ανθρώπους που υπερασπίστηκαν την πατρίδα και μας άφησαν την ευθύνη να διαφυλάσσουμε την ελευθερία, τη δημοκρατία και την ειρήνη.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά σε μια απαίτηση που έθετε σε κίνδυνο την ίδια της την ανεξαρτησία. Η φασιστική Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι ζητούσε, με τελεσίγραφο, την ελεύθερη διέλευση του στρατού της και την κατάληψη στρατηγικών θέσεων στο ελληνικό έδαφος. Η απόρριψή του από τον Ιωάννη Μεταξά και η ιταλική εισβολή που ακολούθησε έφεραν τη χώρα στον πόλεμο.
Το «Όχι», όπως αποτυπώθηκε στη συλλογική μνήμη, πήρε το ουσιαστικό του περιεχόμενο τις επόμενες ώρες, ημέρες και μήνες. Στα σύνορα, στα χαρακώματα, στα νοσοκομεία, στους δρόμους της επιστράτευσης. Εκεί όπου άνθρωποι με οικογένειες, δουλειές, φόβους και σχέδια για το μέλλον κλήθηκαν ξαφνικά να υπερασπιστούν τον τόπο τους.
Στην Ήπειρο και στην Πίνδο, ο ελληνικός στρατός ανέκοψε την ιταλική επίθεση και πέρασε στην αντεπίθεση, μεταφέροντας τον αγώνα στο έδαφος της Αλβανίας. Μέσα σε μια Ευρώπη όπου ο Άξονας επέκτεινε την κυριαρχία του, η ελληνική αντίσταση έδειξε ότι η επιθετική ισχύς μπορούσε να συναντήσει αποτελεσματική αντίσταση.
Πίσω από τις γραμμές στους στρατιωτικούς χάρτες υπήρχαν άνθρωποι. Ο στρατιώτης που υπέφερε από το κρύο και τα κρυοπαγήματα. Ο τραυματίας που περίμενε να μεταφερθεί. Η οικογένεια που αναζητούσε νέα από το μέτωπο. Οι απώλειες είχαν ονόματα, ηλικίες και πρόσωπα που έλειψαν για πάντα από τα σπίτια τους.
Δίπλα στους μαχητές στάθηκαν οι γυναίκες της Πίνδου, μεταφέροντας εφόδια σε δύσβατες διαδρομές, οι νοσηλεύτριες, οι γιατροί και οι άνθρωποι που στήριξαν την πολεμική προσπάθεια στα μετόπισθεν. Η αντοχή στο μέτωπο συνδέθηκε με αυτή την καθημερινή, συχνά αθέατη προσφορά.
Αυτή η ανθρώπινη διάσταση δίνει στην επέτειο το βάθος της. Οι φωτογραφίες των στρατευμένων, τα γράμματα και τα οικογενειακά κειμήλια μας φέρνουν κοντά σε μια γενιά που αναγκάστηκε να μεγαλώσει μέσα στην αβεβαιότητα. Μας επιτρέπουν να καταλάβουμε το κόστος πίσω από τις λέξεις «καθήκον» και «θυσία».
Η ιστορική μνήμη χρειάζεται και ακρίβεια. Το 1940 η Ελλάδα βρισκόταν υπό τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος συνυπάρχει με την τιμή προς όσους πολέμησαν τον εισβολέα. Η υπεράσπιση της χώρας υπήρξε έργο ανθρώπων με διαφορετικές πεποιθήσεις και κοινωνικές αφετηρίες, που βρέθηκαν μπροστά στον ίδιο κίνδυνο.
Ακολούθησαν η γερμανική εισβολή, η Κατοχή, η πείνα, οι εκτελέσεις και η Αντίσταση. Η ανάμνηση του 1940 συνδέεται με όσα υπέστη ο τόπος τα επόμενα χρόνια και με τον αγώνα για την απελευθέρωσή του. Γι’ αυτό η 28η Οκτωβρίου έχει βαθύ αντιφασιστικό περιεχόμενο και μας καλεί να αναγνωρίζουμε πού μπορούν να οδηγήσουν ο ολοκληρωτισμός, ο ρατσισμός και η περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής.
Στη Χαλκίδα, στην Εύβοια και σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, τα ονόματα στα μνημεία πεσόντων συνδέουν τη μεγάλη Ιστορία με την ιστορία κάθε κοινότητας. Αξίζει να στεκόμαστε μπροστά τους και να αναζητούμε τις διαδρομές των ανθρώπων που μνημονεύουν. Έτσι η δημόσια τιμή αποκτά προσωπικό και τοπικό περιεχόμενο.
Για τα παιδιά που γνωρίζουν την επέτειο μέσα από το σχολείο, η ουσιαστική παρακαταθήκη βρίσκεται στην κατανόηση. Να μάθουν τι συνέβη, ποιοι επιτέθηκαν, τι υπερασπίστηκαν οι άνθρωποι του 1940 και πόσο βαρύ ήταν το τίμημα. Να έχουν χώρο να ρωτήσουν, να διαβάσουν μαρτυρίες και να σκεφτούν.
Ογδόντα έξι χρόνια αργότερα, η ευθύνη της δικής μας γενιάς είναι να προστατεύει την ελευθερία μαζί με τα δικαιώματα που της δίνουν περιεχόμενο. Να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της χώρας, τη δημοκρατία και την αξία κάθε ανθρώπου. Να εργάζεται για την ειρήνη έχοντας επίγνωση της καταστροφής που αφήνει ο πόλεμος.
Η 28η Οκτωβρίου μάς παραδίδει μια μνήμη που χρειάζεται φροντίδα και μια ελευθερία που απαιτεί ευθύνη. Η τιμή στους ανθρώπους του 1940 συνεχίζεται κάθε φορά που μεταφέρουμε την ιστορία τους στα παιδιά μας με αλήθεια, σεβασμό και συναίσθηση του χρέους που μας άφησαν.

