Η εικόνα της Τεχεράνης μετά τον βομβαρδισμό τεσσάρων διυλιστηρίων δεν αφήνει πλέον κανένα περιθώριο ωραιοποίησης. Μια πόλη δεκάδων εκατομμυρίων πνευμόνων ασφυκτιά κάτω από το βάρος του καπνού, της τοξικότητας, του φόβου και της κατάρρευσης των βασικών υποδομών. Όποιος συνεχίζει να μιλά για «χειρουργικά πλήγματα» είτε κοροϊδεύει συνειδητά είτε έχει επιλέξει να μη βλέπει.
Αυτό που συντελείται δεν είναι απλώς στρατιωτική σύγκρουση. Είναι μια μεθοδική συντριβή των όρων επιβίωσης του άμαχου πληθυσμού. Όταν χτυπιούνται κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις, όταν ο αέρας γίνεται δηλητήριο, όταν νερό, τρόφιμα, ρεύμα και περίθαλψη μετατρέπονται σε είδη πολυτελείας, τότε δεν μιλάμε για πόλεμο “κατά στόχων”. Μιλάμε για πόλεμο κατά της ίδιας της κοινωνίας.
Τα νοσοκομεία λυγίζουν ή έχουν ήδη γονατίσει. Οι κάτοικοι δεν παλεύουν μόνο με τις βόμβες, αλλά με την έλλειψη οξυγόνου, καθαρού νερού, φαρμάκων και στοιχειώδους ασφάλειας. Ολόκληρες γειτονιές μετατρέπονται σε ζώνες τρόμου και η μετακίνηση πληθυσμών, εσωτερικά και προς τα έξω, παίρνει διαστάσεις ανθρωπιστικής εκρίζωσης. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα: όχι στρατιωτική υπεροχή, αλλά οργανωμένη παραγωγή χάους.
Και μέσα σε αυτή την καταστροφή, ακόμη και οι λεπτομέρειες που αποκαλύπτονται από τα βίντεο αποκτούν τη δική τους βαριά σημασία. Αυτά που πολλοί πέρασαν για αποχετεύσεις είναι τα παραδοσιακά joob, τα ανοιχτά κανάλια νερού που διατρέχουν τους δρόμους της Τεχεράνης, συνδεδεμένα με μια πανάρχαια αντίληψη διαχείρισης νερού, άρδευσης και φυσικής ψύξης. Ακόμη και αυτά τα στοιχεία της καθημερινής ζωής μιας πόλης, μιας ιστορίας, ενός πολιτισμού, στέκουν τώρα μέσα στο φόντο της αποσύνθεσης.
Η υποκρισία της διεθνούς κοινότητας περισσεύει. Όταν οι άμαχοι πεθαίνουν αργά, από ασφυξία, από κατάρρευση υποδομών, από στέρηση και πανικό, δεν υπάρχει καμία ηθική ουδετερότητα. Υπάρχει μόνο συνενοχή διά της σιωπής.
Δεν βομβαρδίζουν απλώς στόχους. Βομβαρδίζουν την ανάσα, το νερό, το ρεύμα και το δικαίωμα ενός λαού να μείνει ζωντανός.

