Η ελληνοαμερικανική οργάνωση ζητά από την Ουάσινγκτον σαφή στήριξη των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, συνδέοντας τις διεκδικήσεις Άγκυρας και Τρίπολης με την ενεργειακή δραστηριότητα και την ασφάλεια γύρω από την Κρήτη.
Να πάρουν δημόσια και ξεκάθαρη θέση απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο καλεί τις Ηνωμένες Πολιτείες το Συμβούλιο Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC), με επιστολή προς τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Η οργάνωση ζητά να αποσαφηνιστεί ότι η συμφωνία δεν μπορεί να δημιουργεί έννομες συνέπειες εις βάρος της Ελλάδας και άλλων τρίτων κρατών.
Το βασικό επιχείρημα της παρέμβασης ξεπερνά την υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων: κατά το HALC, η αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιωμάτων γύρω από την Κρήτη επηρεάζει άμεσα αμερικανικές επενδύσεις, ενεργειακούς σχεδιασμούς και στρατηγικά συμφέροντα.
Η επιστολή έρχεται μετά την επικύρωση του μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου. Η Αθήνα απέρριψε την απόφαση, επισημαίνοντας ότι δεν μεταβάλλει τη θέση της για τον παράνομο χαρακτήρα της συμφωνίας και την προσβολή κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών της περιοχής.
Αιχμές για τη στάση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ
Στο επίκεντρο της κριτικής του HALC βρίσκεται η πρόσφατη αμερικανική τοποθέτηση, την οποία η οργάνωση θεωρεί υποχώρηση σε σαφήνεια σε σχέση με το 2019.
Όπως επισημαίνει, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις 22 Οκτωβρίου προέταξε τις διαπραγματεύσεις καλής πίστης για την επίλυση των θαλάσσιων διαφορών και τον διάλογο Ελλάδας–Τουρκίας στο πλαίσιο της συμμαχίας τους στο ΝΑΤΟ. Η οργάνωση αντιπαραβάλλει αυτή τη διατύπωση με τον χαρακτηρισμό του μνημονίου ως «αντιπαραγωγικού και προκλητικού» από την αμερικανική διπλωματία το 2019.
Η ανησυχία που εκφράζει είναι συγκεκριμένη: η απουσία καθαρής θέσης για το ίδιο το μνημόνιο μπορεί να εκληφθεί από την Άγκυρα και την Τρίπολη ως περιθώριο προώθησης των διεκδικήσεών τους. Πρόκειται για εκτίμηση της οργάνωσης, η οποία ζητά από την Ουάσινγκτον να κλείσει αυτό το ενδεχόμενο με ρητή δημόσια παρέμβαση.
Ως σημείο αναφοράς προβάλλει τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ανακοίνωση της 21ης Οκτωβρίου, η ΕΕ επανέλαβε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτες χώρες.
Chevron και ExxonMobil στο επιχείρημα προς την Ουάσινγκτον
Ιδιαίτερο βάρος δίνει το HALC στις δραστηριότητες αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών στις θαλάσσιες περιοχές της Κρήτης.
Η επιστολή επικαλείται τις συμβάσεις της Chevron για τέσσερις υπεράκτιες περιοχές στην Ελλάδα, με συμμετοχή 70%, μεταξύ των οποίων τα οικόπεδα «Νότια Κρήτη 1» και «Νότια Κρήτη 2». Υπενθυμίζει επίσης την παρουσία της ExxonMobil ως διαχειρίστριας σε δύο ερευνητικές περιοχές δυτικά και νοτιοδυτικά του νησιού.
Σύμφωνα με όσα παραθέτει η οργάνωση, η Λιβύη έχει διαμαρτυρηθεί για τις ελληνικές έρευνες, ενώ η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι περιοχές δραστηριοποίησης της Chevron επικαλύπτονται με τη ζώνη που αποδίδεται στη Λιβύη βάσει του μνημονίου.
Για το HALC, αυτές οι αμφισβητήσεις δημιουργούν αβεβαιότητα για εταιρείες που καλούνται να διαθέσουν σημαντικά κεφάλαια σε απαιτητικές έρευνες μεγάλου βάθους. Παράλληλα, συνδέει την προοπτική αξιοποίησης των κοιτασμάτων της περιοχής με την ενεργειακή διαφοροποίηση της Ευρώπης και τον περιορισμό της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Το μήνυμα προς την αμερικανική κυβέρνηση είναι ότι η προστασία ενός σταθερού πλαισίου ερευνών αφορά και τη δική της ενεργειακή πολιτική.
Η Σούδα και το αίτημα κοινής στάσης
Η παρέμβαση επεκτείνεται και στην ασφάλεια, με αναφορά στην αμερικανική ναυτική εγκατάσταση στη Σούδα. Κατά την εκτίμηση του HALC, η όξυνση των αμφισβητήσεων γύρω από την Κρήτη επιβαρύνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί μια κρίσιμη υποδομή για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.
Στο πλαίσιο αυτό, η οργάνωση ζητά από τον Μάρκο Ρούμπιο να επιβεβαιώσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα βάσει του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες. Ζητά επίσης σαφές μήνυμα προς την Τουρκία και τη Λιβύη ότι οι διεκδικήσεις τους δεν πρέπει να εμποδίζουν νόμιμες ερευνητικές δραστηριότητες αμερικανικών εταιρειών.
Η επιστολή καταλήγει στην ανάγκη συντονισμού των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους περιφερειακούς εταίρους τους. Το ζητούμενο για το HALC είναι μια κοινή, σαφής θέση που θα περιορίζει την αβεβαιότητα και θα αποτρέπει τη δημιουργία τετελεσμένων. Η απάντηση της Ουάσινγκτον στο συγκεκριμένο αίτημα είναι πλέον το κρίσιμο επόμενο βήμα.

