Η νέα πανελλαδική έρευνα για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής γκρεμίζει τον εύκολο μύθο ότι για τις χαμηλές επιδόσεις της Ελλάδας στον PISA φταίνε απλώς οι εκπαιδευτικοί.
Οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δείχνουν με σαφήνεια τον πραγματικό ένοχο: ένα εκπαιδευτικό σύστημα κολλημένο στην παπαγαλία, στην ασκησιολογία και στην πολιτική αδράνεια, που αρνείται εδώ και χρόνια να περάσει από την αποστήθιση στις δεξιότητες.
Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα
Η Ελλάδα κουβαλά μια σταθερή αποτυχία στον PISA εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 μέχρι σήμερα, η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη στη μεσαία και χαμηλή ζώνη των επιδόσεων, χωρίς ουσιαστική ανάκαμψη σε κατανόηση κειμένου, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες.
Το πιο αποκαλυπτικό, όμως, δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα. Είναι ότι κάθε φορά η δημόσια συζήτηση τελειώνει εκεί όπου θα έπρεπε να αρχίζει: σε δηλώσεις ανησυχίας, σε επικοινωνιακό θόρυβο και ύστερα σε σιωπή. Το σχολείο μένει ίδιο, το πρόβλημα μένει ίδιο, και οι μαθητές πληρώνουν τον λογαριασμό.
Οι εκπαιδευτικοί δεν απορρίπτουν τον PISA – είναι απληροφόρητοι από το ίδιο το κράτος
Η έρευνα αποκαλύπτει μια μεγάλη αντίφαση. Ένα σημαντικό μέρος των εκπαιδευτικών δηλώνει ότι θέλει να μάθει περισσότερα για τον PISA, αλλά μόνο μια μειοψηφία αισθάνεται πραγματικά επαρκώς ενημερωμένη. Και αυτό από μόνο του είναι πολιτική καταγγελία.
Όταν σχεδόν οι μισοί εκπαιδευτικοί ενημερώνονται κυρίως από τα ΜΜΕ και όχι από τους θεσμικούς μηχανισμούς του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος, τότε το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι κρατικό. Το υπουργείο και οι μηχανισμοί του δεν κατάφεραν ούτε καν να εξηγήσουν στους ανθρώπους της τάξης τι ακριβώς μετρά ο PISA, πώς λειτουργεί και γιατί αφορά το σχολείο.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι εκπαιδευτικοί εμφανίζονται πιο θετικοί απέναντι στον διαγωνισμό απ’ όσο νομίζει η ίδια η δημόσια συζήτηση. Άρα ο περιβόητος «καθολικός αρνητισμός» δεν ήταν ποτέ η πλήρης αλήθεια. Ήταν σε μεγάλο βαθμό μια βολική καρικατούρα.
Το σύστημα είναι φτιαγμένο για αποστήθιση, όχι για σκέψη
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Οι εκπαιδευτικοί αποδίδουν τις χαμηλές επιδόσεις κυρίως στη δομή και στην κουλτούρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, στις πολιτικές επιλογές, στη χρηματοδότηση και στις υποδομές. Με άλλα λόγια: το σχολείο εκπαιδεύει παιδιά να απαντούν σε εξετάσεις, όχι να σκέφτονται σε πραγματικές συνθήκες ζωής.
Ο PISA δεν μετρά απλή απομνημόνευση. Μετρά ικανότητα εφαρμογής γνώσης, κρίση, κατανόηση, επίλυση προβλημάτων. Και εκεί ακριβώς σκοντάφτει το ελληνικό μοντέλο: σε μια λογική λυκείου και πανελλαδικών που έχει μετατρέψει τη μάθηση σε μηχανική εκτέλεση και το φροντιστήριο σε παράλληλο εκπαιδευτικό καθεστώς.
Το μήνυμα της έρευνας είναι σαφές: αν δεν αλλάξει η φιλοσοφία των προγραμμάτων σπουδών, αν δεν μπει η δεξιότητα πάνω από την παπαγαλία, αν δεν αποκτήσουν τα σχολεία εργαλεία, αυτονομία και επιμόρφωση, η Ελλάδα θα συνεχίσει να δίνει κάθε τρία χρόνια το ίδιο αποτυχημένο ραντεβού με την πραγματικότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι μαθητές μας «δεν τραβάνε». Το πρόβλημα είναι ότι το κράτος επιμένει να τους μορφώνει με όρους χθες για να επιβιώσουν σε έναν κόσμο του αύριο. Και όσο η πολιτεία θα κρύβεται πίσω από βολικές δικαιολογίες, ο PISA θα επιστρέφει όχι ως τεστ μαθητών, αλλά ως πιστοποιητικό αποτυχίας του ίδιου του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

