Κάποτε την έλεγαν «Μικρή Βενετία». Μια χώρα ευλογημένη, με φύση οργιώδη, με θάλασσες και ζούγκλες, με ανθρώπους που ήξεραν να ζουν. Σήμερα, όταν λέμε «Βενεζουέλα», οι περισσότεροι σκέφτονται τον Μαδούρο, τις κυρώσεις, την εξαθλίωση, τη βία, τις ουρές για ένα καρβέλι.
Μόνο που καμία κατάρρευση δεν έρχεται από το πουθενά. Και αν θέλουμε να καταλάβουμε τι γίνεται σήμερα, πρέπει να ξετυλίξουμε το κουβάρι από την αρχή. Όχι για να χαρίσουμε συγχωροχάρτια σε κανέναν, αλλά για να μην τρώμε «έτοιμες αλήθειες» που εξηγούν τα πάντα με ένα όνομα και ένα σύνθημα.
Το πετρέλαιο ως ευλογία – και ως κατάρα
Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ οι «μεγάλοι» της Ευρώπης σφαζόντουσαν για σύνορα και αυτοκρατορίες, η Βενεζουέλα βρήκε αυτό που σε έναν αιώνα γεωπολιτικής ισοδυναμεί με χρυσό: πετρέλαιο. Και όπως γίνεται πάντα όταν μυρίσει κέρδος η Ιστορία, οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί μπήκαν μέσα σαν πεινασμένοι λύκοι. Η χώρα αναβαθμίστηκε σε χρόνο ρεκόρ: δολάρια με το τσουβάλι, ανάπτυξη, ισχύς, διεθνής ρόλος.
Το ερώτημα όμως δεν είναι πώς πλούτισε. Το ερώτημα είναι τι έκανε με τον πλούτο της.
Και εδώ αρχίζει το μοτίβο που έχει καταπιεί περισσότερες χώρες απ’ όσες μετράει ο χάρτης: όταν μια κοινωνία πιάνει «τζόκερ» χωρίς θεσμούς, παραγωγή και σχέδιο, συχνά κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Καταναλώνει. Επιδεικνύει. Αγοράζει «στάτους». Και αναβάλλει το αύριο, μέχρι το αύριο να γίνει χρέος.
Η εποχή της επίδειξης και του κρατικού μαμούθ
Για δεκαετίες, οι πολιτικές ελίτ της Βενεζουέλας συμπεριφέρονταν σαν να είναι ανεξάντλητη η κάνουλα. Ύστερα ήρθε το 1973 και ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ: οι τιμές απογειώθηκαν, το πετρέλαιο έγινε ακόμα πιο στρατηγικό, και η Βενεζουέλα έκανε πάρτι πουλώντας παντού. Στις ΗΠΑ, στο Ισραήλ, μέχρι και στην ΕΣΣΔ. Όταν έχεις ένα προϊόν που το θέλουν όλοι, αποκτάς την ψευδαίσθηση ότι η ευημερία είναι φυσικός νόμος.
Ο τότε πρόεδρος, Κάρλος Αντρές Πέρες, έβλεπε τη χώρα σαν «Κουβέιτ της Λατινικής Αμερικής». Διορισμοί, παχυλοί μισθοί, δημόσιο που φούσκωνε σαν μπαλόνι. Ένα κράτος-μαμούθ, που έπαιρνε πάνω του τα πάντα και τελικά δεν έκανε καλά τίποτα. Γνωστό έργο – όχι μόνο εκεί.
Μόνο που η πλήρης εξάρτηση από ένα εμπόρευμα είναι πάντα φούσκα. Και οι φούσκες σπάνε.
Όταν κατέρρευσε η τιμή, κατέρρευσε και το παραμύθι
Η χρυσή εποχή άρχισε να ξεθωριάζει στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου πλημμύρισε, οι τιμές κατέρρευσαν, και για μια χώρα που είχε δέσει σχεδόν όλη της την οικονομία σε ένα μόνο προϊόν, αυτό δεν ήταν απλώς «κρίση»: ήταν υπαρξιακό σοκ.
Η φυσιολογική αντίδραση θα ήταν αναδιάρθρωση, παραγωγική στροφή, περιορισμός της σπατάλης, χτύπημα της διαφθοράς, επενδύσεις σε υποδομές και θεσμούς. Αντί γι’ αυτό, ήρθε το πιο εύκολο και πιο καταστροφικό «κόλπο»: τύπωμα χρήματος. Όταν τυπώνεις χαρτί χωρίς αντίκρισμα, το χαρτί δεν γίνεται πλούτος. Γίνεται πληθωρισμός. Και ο πληθωρισμός είναι φόρος στους φτωχούς.
Η κοινωνία άρχισε να σπάει. Η φτώχεια μεγάλωσε. Η οργή έγινε πολιτικό κεφάλαιο. Και τότε εμφανίστηκε ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να «πάρει πίσω τη χώρα».
Τσάβες: η ελπίδα που μετατράπηκε σε εξάρτηση
Ο Ούγκο Τσάβες ξεκίνησε ως νεαρός αξιωματικός που μιλούσε τη γλώσσα της αγανάκτησης. Απόπειρα πραξικοπήματος, αποτυχία, φυλακή, χάρη, και τελικά εκλογική νίκη. Η άνοδος του δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία: ήταν αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που ένιωθε προδομένη από ένα πολιτικό σύστημα που έτρωγε από το πετρέλαιο, αλλά δεν έχτιζε μέλλον.
Στην αρχή, πολλά «δούλεψαν» πολιτικά: εθνικοποίηση, κοινωνικά προγράμματα, δωρεάν υπηρεσίες, ένα αίσθημα ότι «κάποιος μας βλέπει». Όμως το μοντέλο είχε μια θεμελιώδη αδυναμία: στηριζόταν στο πετρέλαιο, όχι στην παραγωγή. Στιριζόταν στην αναδιανομή, όχι στη δημιουργία. Και όταν οι επενδυτές φεύγουν, οι υποδομές παλιώνουν, οι θεσμοί προσωποποιούνται και το κράτος λειτουργεί με πίστη αντί με κανόνες, τότε η «επανάσταση» γίνεται εξάρτηση από τις τιμές του βαρελιού.
Η τύχη έκανε το χατίρι. Οι τιμές ανέβηκαν πολύ. Για ένα διάστημα, το σύστημα επιβίωσε. Αλλά η επιβίωση δεν είναι ανάπτυξη.
Και όταν ο Τσάβες έφυγε από τη ζωή, το οικοδόμημα έδειξε πόσο σαθρό ήταν.
Μαδούρο: η διαχείριση της κατάρρευσης με καταστολή
Ο Νικολάς Μαδούρο κληρονόμησε μια χώρα ήδη ευάλωτη και ένα μοντέλο που χρειαζόταν διαρκώς υψηλές τιμές πετρελαίου για να μην καταρρεύσει. Οι τιμές έπεσαν. Εκείνος συνέχισε την ίδια συνταγή: περισσότερο κράτος, περισσότερο τύπωμα, περισσότερος έλεγχος.
Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο: νομισματική κατάρρευση, τετραψήφιος πληθωρισμός, κοινωνική αποσύνθεση. Όταν χρειάζεσαι «σακούλες» χαρτονομίσματα για βασικά αγαθά, το χρήμα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται ανέκδοτο. Και όταν το χρήμα γίνεται ανέκδοτο, η ζωή γίνεται επιβίωση.
Μέσα σε αυτή την κρίση, ο Μαδούρο δεν έγινε απλώς αποτυχημένος διαχειριστής. Έγινε πολιτικό σύστημα άμυνας: καταστολή, αμφισβητούμενες εκλογικές διαδικασίες, πόλωση, και ένα κράτος που μοιάζει να κρατιέται περισσότερο με φόβο παρά με νομιμοποίηση.
Το σημείο που η Ιστορία γίνεται επικίνδυνη
Ωστόσο, εδώ είναι που πρέπει να σταθούμε. Γιατί υπάρχει ένα άλλο επίπεδο, πιο σκοτεινό και πιο κρίσιμο από το «Μαδούρο καλός/κακός».
Οι ΗΠΑ δεν περιορίστηκαν στην πολιτική καταδίκη. Επέβαλαν βαριές κυρώσεις, προχώρησαν σε ρητορική που αγγίζει την ποινικοποίηση ενός εν ενεργεία ηγέτη, και άνοιξαν – έστω ως υπόνοια – το σενάριο της «εξωτερικής λύσης».
Και εδώ χτυπάει συναγερμός.
Διότι η αρχή της εθνικής κυριαρχίας δεν είναι θεωρία για τα πανεπιστήμια. Είναι ο σκελετός της διεθνούς τάξης. Αν μια υπερδύναμη αυτοανακηρύσσεται δικαστής και εκτελεστής, παρακάμπτοντας το διεθνές δίκαιο όταν τη βολεύει, τότε δεν μιλάμε για «δημοκρατία». Μιλάμε για δικαίωμα του ισχυρού.
Η εξαθλίωση ενός λαού δεν διορθώνεται με έξωθεν επιβεβλημένες λύσεις, ούτε με «έγχρωμες» ανατροπές που ντύνονται ανθρωπισμό και υπογράφονται γεωπολιτικά. Και αν σήμερα το προηγούμενο είναι η Βενεζουέλα, αύριο θα είναι κάποιος άλλος. Με άλλα προσχήματα, με την ίδια λογική.
Συμπέρασμα: όταν το πρόσχημα γίνεται κανόνας, κανείς δεν είναι ασφαλής
Η Βενεζουέλα είναι μάθημα διπλό.
Το πρώτο είναι οικονομικό και πολιτικό: ο φυσικός πλούτος δεν αρκεί. Χωρίς θεσμούς, διαφοροποίηση παραγωγής, λογοδοσία και στρατηγική, το πετρέλαιο γίνεται ναρκωτικό. Και η απόσυρση από το ναρκωτικό είναι πάντα βίαιη.
Το δεύτερο είναι γεωπολιτικό και ηθικό: αν επιτρέψουμε την κατάλυση της κυριαρχίας ενός κράτους με πρόσχημα τη διαφθορά της ηγεσίας του, τότε ανοίγουμε έναν ασκό που δεν κλείνει. Διότι η διαφθορά δεν είναι εξαίρεση στον πλανήτη. Είναι κανόνας με διαφορετικές μορφές. Και οι λίστες είναι ατελείωτες.
Σήμερα το έργο παίζεται στη Βενεζουέλα.
Αύριο, ποιος αποφασίζει πού θα παιχτεί;
Και με ποια δικαιοδοσία;
Εκτός αν…
Αλλά αυτό είναι όντως μια άλλη, μεγαλύτερη ιστορία.

