Σε ηλικία 99 ετών, ο Γέροντας Ακάκιος, η αθόρυβη αυτή μορφή της ασκήσεως και της προσευχής, αναχώρησε για την αιωνιότητα, αφήνοντας πίσω του ευωδία πίστεως, ταπεινώσεως και πνευματικής παρηγορίας στη Μουρτερή, στην Εύβοια και σε όλους όσοι αξιώθηκαν να λάβουν την ευχή του.
Η Εύβοια αποχαιρετά με συγκίνηση έναν άνθρωπο που δεν έζησε για τον κόσμο, αλλά για τον Θεό. Τον Γέροντα Ακάκιο, κατά κόσμον Νικόλαο, έναν ασκητή που πορεύθηκε σιωπηλά, μα άφησε πίσω του βαρύ και φωτεινό πνευματικό αποτύπωμα.
Η κοίμησή του σκόρπισε θλίψη στους πιστούς που τον γνώρισαν, στους ανθρώπους που προσέτρεξαν κοντά του για έναν λόγο παρηγοριάς, αλλά και σε εκείνους που τον ένιωθαν ως έναν από τους τελευταίους αληθινά ταπεινούς εργάτες της προσευχής. Για την τοπική εκκλησία και για τον λαό της Εύβοιας, ο Γέροντας Ακάκιος δεν ήταν απλώς ένας μοναχός. Ήταν μια ήσυχη πνευματική παρουσία, ένα πρόσωπο αναφοράς, ένας άνθρωπος της ερήμου που έμαθε να συνομιλεί με τη σιωπή και να αναπαύει τις ψυχές.
Από τη Μουρτερή στην αφιέρωση
Γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου 1927, ανήμερα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στη Μουρτερή Ευβοίας, σαν να είχε από την πρώτη του αναπνοή σφραγιστεί μυστικά η πορεία του. Ήταν το έκτο από τα επτά παιδιά του Δημητρίου και της Μαρίας και μεγάλωσε μέσα στις δυσκολίες μιας σκληρής εποχής, με τις στερήσεις να χαράζουν νωρίς τον χαρακτήρα του.
Τα γυμνασιακά του χρόνια τα ολοκλήρωσε στο Ορφανοτροφείο της Κύμης. Μετά τη στρατιωτική του θητεία και το πέρασμά του από την αγροτική και εργατική βιοπάλη, άκουσε καθαρότερα τη φωνή της κλήσεως. Το 1953 βρέθηκε στο ιστορικό Μέγα Σπήλαιο Καλαβρύτων, εκεί όπου άρχισε ουσιαστικά η ολοκληρωτική του παράδοση στον μοναχικό βίο.
Στο Μέγα Σπήλαιο διακρίθηκε για τη σεμνότητα, την υπακοή και το εσωτερικό του ήθος. Δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων λόγων. Ήταν άνθρωπος της προσευχής, της σιωπής και της καρτερίας.
Η αθωνική πορεία και οι μεγάλες πνευματικές μορφές
Το 1967 εγκατέλειψε καθετί γήινο για να πορευθεί προς την «έρημο» του Αγίου Όρους. Στα Καυσοκαλύβια έλαβε το Μεγάλο Σχήμα από τον Γέροντα Παντελεήμονα Γιαμά και έλαβε το όνομα Ακάκιος, προς τιμήν του Αγίου Ακακίου του Καυσοκαλυβίτου.
Κατόπιν εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Καψάλας, στο Κελί του Αγίου Σάββα, έχοντας από το 1968 στο πλευρό του τον πιστό υποτακτικό του, π. Αρτέμιο Ελευθεριάδη. Εκεί, μέσα στην αυστηρότητα της αθωνικής πολιτείας, ο Γέροντας Ακάκιος έζησε χρόνια ασκήσεως, εγκρατείας και αδιάλειπτης προσευχής.
Όσοι έζησαν κοντά του μιλούν για έναν μοναχό που αξιώθηκε να γνωρίσει μεγάλες οσιακές μορφές του περασμένου αιώνα, να συναντήσει αγίους ανθρώπους του καιρού μας και να βιώσει γεγονότα που οι οικείοι του περιγράφουν με δέος. Δεν τα διαφήμισε ποτέ. Τα κράτησε όπως κρατούν οι ασκητές τα δώρα του Θεού: με σιωπή, ταπείνωση και ευγνωμοσύνη.
Η επιστροφή στη γενέτειρα και το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως
Το 1981 επέστρεψε στη Μουρτερή, εκεί όπου η πορεία του έκλεισε τον μεγάλο της κύκλο. Στον τόπο που τον γέννησε, ίδρυσε το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αφιερώνοντας εκεί το υπόλοιπο της ζωής του.
Το μικρό αυτό ησυχαστήριο έγινε το πνευματικό του λιμάνι, αλλά και τόπος καταφυγής για ανθρώπους πονεμένους, διψασμένους για έναν λόγο καθαρό, για μια ευχή, για ένα άγγιγμα παρηγορίας. Εκεί ο Γέροντας Ακάκιος δεν έκτισε απλώς έναν χώρο προσευχής. Έκτισε μια εστία ειρήνης.
Οι κάτοικοι της περιοχής μιλούν για μια ζωή που κύλησε ως αδιάκοπη προσευχή. Για έναν άνθρωπο που δεν ζήτησε τίποτε για τον εαυτό του και όμως έγινε στήριγμα για τόσους πολλούς. Για έναν γέροντα που δίδαξε χωρίς θόρυβο πως η αληθινή πνευματική δύναμη γεννιέται μέσα από την ταπείνωση.
Το τελευταίο αντίο στον Γέροντα της σιωπής
Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί στο Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Μουρτερή, εκεί όπου έζησε, προσευχήθηκε και ανέπαυσε ψυχές μέχρι την τελευταία του πνοή. Συγγενείς, πνευματικά παιδιά και πλήθος πιστών θα βρεθούν στον τόπο της ασκήσεώς του για να του πουν το ύστατο χαίρε.
Μα για τέτοιες μορφές, ο θάνατος δεν είναι τέλος. Είναι μετάβαση. Είναι κοίμηση. Είναι πέρασμα από τον κόπο της γης στην ανάπαυση του Ουρανού.
Ο Γέροντας Ακάκιος δεν υπήρξε άνθρωπος των προβολέων, αλλά άνθρωπος του καντηλιού. Δεν άφησε πίσω του θόρυβο, αλλά ευχή. Δεν άφησε επίγεια δύναμη, αλλά μνήμη αγιασμένη. Και ίσως γι’ αυτό η κοίμησή του βαραίνει τόσο πολύ την καρδιά της Εύβοιας: γιατί μαζί του φεύγει ένας από εκείνους τους σιωπηλούς ανθρώπους που κρατούν ακόμη όρθιο τον κόσμο με την προσευχή τους.

