Ο πόλεμος που ξεκίνησε ως επίδειξη ισχύος κινδυνεύει να καταγραφεί ως μνημείο λανθασμένου υπολογισμού. Η Τεχεράνη δεν κατέρρευσε, το καθεστώς δεν λύγισε και ο Λευκός Οίκος ανακάλυψε με τον δύσκολο τρόπο ότι η παγκόσμια οικονομία δεν βομβαρδίζεται χωρίς αντίτιμο.
Όσο η εκεχειρία πλησιάζει στην 21η Απριλίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν παλεύει μόνο με το Ιράν. Παλεύει με τις τιμές της ενέργειας, με τον πληθωρισμό, με τις αγορές και με το πολιτικό κόστος που επιστρέφει σαν μπούμερανγκ στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Εκεί βρίσκεται η πραγματική αχίλλειος πτέρνα του: στην οικονομική πίεση που δεν μπορεί να κρύψει πίσω από πολεμικές κορώνες.
Το Ορμούζ έγινε θηλιά στον λαιμό της Ουάσιγκτον
Επί επτά εβδομάδες, η Ουάσιγκτον επένδυσε στη λογική ότι η στρατιωτική υπεροχή αρκεί για να γονατίσει την Τεχεράνη. Δεν συνέβη. Το Ιράν μπορεί να υπέστη βαριά πλήγματα, αλλά απέδειξε ότι διαθέτει το πιο κρίσιμο εργαλείο αντιποίνων: τη δυνατότητα να μετατρέπει τα Στενά του Ορμούζ σε γεωοικονομικό εκρηκτικό μηχανισμό.
Δεν χρειάστηκε να νικήσει στρατιωτικά. Του αρκούσε να δείξει ότι μπορεί να τινάξει στον αέρα την ασφάλεια της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Και όταν αγγίζεις το Ορμούζ, δεν πιέζεις μόνο δεξαμενόπλοια. Πιέζεις κυβερνήσεις, χρηματιστήρια, βιομηχανίες, εκλογικά σώματα.
Ο Τραμπ μπήκε σε έναν πόλεμο πιστεύοντας ότι θα ελέγξει το πεδίο. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα πολύ πιο ακριβή: το Ιράν δεν χτύπησε μόνο στόχους, χτύπησε το νεύρο της παγκόσμιας αγοράς.
Η οικονομία διέλυσε το αφήγημα της “εύκολης σύγκρουσης”
Η μεγάλη παγίδα για τον Τραμπ δεν ήταν το μέτωπο. Ήταν το ταμείο. Οι αυξημένες τιμές καυσίμων, η άνοδος του πληθωρισμού, οι πιέσεις στις μεταφορές, στα λιπάσματα, στην αλυσίδα εφοδιασμού και τελικά στην καθημερινότητα του Αμερικανού πολίτη, άρχισαν να μετατρέπουν την πολεμική επιλογή σε εσωτερικό πολιτικό βάρος.
Και αυτό είναι το πρόβλημα για έναν πρόεδρο που επέστρεψε υποσχόμενος φθηνότερη ενέργεια, χαμηλότερο κόστος ζωής και “νοικοκύρεμα” της οικονομίας. Όταν, αντί γι’ αυτά, φέρνεις ακριβότερη βενζίνη, ακριβότερα ναύλα και νέα αβεβαιότητα, τότε η επίδειξη πυγμής παύει να μοιάζει με ηγεσία και αρχίζει να θυμίζει αυτοτραυματισμό.
Το Ιράν διάβασε σωστά αυτή την αδυναμία. Κατάλαβε ότι ο Τραμπ μπορεί να αντέχει τη στρατιωτική ένταση, αλλά δεν αντέχει για πολύ το πολιτικό και οικονομικό τίμημα αυτής της έντασης. Κι έτσι, το πραγματικό πεδίο μάχης μεταφέρθηκε από τον ουρανό της Μέσης Ανατολής στο πορτοφόλι του αμερικανικού νοικοκυριού.
Από τις βόμβες στις διαπραγματεύσεις: όχι από δύναμη, αλλά από πίεση
Η στροφή του Τραμπ στη διπλωματία δεν παρουσιάστηκε ως υποχώρηση. Αλλά αυτό ακριβώς θυμίζει. Όχι μια ψύχραιμη στρατηγική μετάβαση, αλλά μια αναγκαστική αναδίπλωση μπροστά στο κόστος που δεν είχε υπολογιστεί σωστά.
Η Ουάσιγκτον θέλει συμφωνία. Η Τεχεράνη δείχνει ότι δεν πρόκειται να υπογράψει υπό καθεστώς ταπείνωσης. Οι “κόκκινες γραμμές” παραμένουν, το ζήτημα του εμπλουτισμένου ουρανίου παραμένει, οι αμοιβαίες διαψεύσεις παραμένουν. Με απλά λόγια: το πολεμικό κεφάλαιο δεν έκλεισε με νίκη· πάει να κλείσει με παζάρι.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη φθορά για τον Τραμπ. Ξεκίνησε με ρητορική συντριβής, πέρασε σε εκεχειρία ανάγκης και τώρα αναζητεί μια συμφωνία που να μπορεί να πουληθεί ως θρίαμβος, ενώ όλοι βλέπουν ότι πρόκειται για έξοδο υπό πίεση.
Οι σύμμαχοι το βλέπουν. Οι αγορές το βλέπουν. Οι αντίπαλοι το βλέπουν. Και κυρίως το βλέπει η ίδια η αμερικανική κοινωνία που αντιλαμβάνεται ότι ο πόλεμος αυτός δεν έφερε ασφάλεια, αλλά λογαριασμό.
Ο Τραμπ ήθελε έναν σύντομο, ελεγχόμενο πόλεμο που θα επιβεβαίωνε την ισχύ του. Αντί γι’ αυτό, αποκάλυψε το πιο ευάλωτο σημείο του: ότι μπορεί να αντέχει τη μυρωδιά της πυρίτιδας, αλλά όχι τη μυρωδιά πολιτικής φθοράς όταν ανεβαίνει η τιμή στην αντλία. Το Ιράν δεν χρειάστηκε να τον νικήσει στο πεδίο. Του αρκούσε να του θυμίσει ότι ακόμη και ο πιο θορυβώδης πολεμικός ηγέτης λυγίζει όταν ο πόλεμος φτάνει στο ράφι, στο βενζινάδικο και στην κάλπη.

