Η διεθνής σκηνή μπαίνει σε φάση ανοιχτής αποσταθεροποίησης, με τις ΗΠΑ να εμφανίζονται ως στρατιωτικός γίγαντας αλλά ταυτόχρονα ως οικονομικά πιεσμένη υπερδύναμη, που επιχειρεί να διατηρήσει την ηγεμονία της με όρους ωμής ισχύος.
Από το Ιράν έως τη Βενεζουέλα και από τον Παναμά έως τις στρατιωτικές βάσεις που μετατρέπουν ολόκληρες χώρες σε στόχους αντιποίνων, διαμορφώνεται ένα εκρηκτικό περιβάλλον, όπου το διεθνές δίκαιο υποχωρεί και ο κίνδυνος γενικευμένης σύγκρουσης μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.
Στρατιωτική υπερδύναμη, οικονομικός γίγαντας με πήλινα πόδια
Οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο, αλλά η εικόνα της παντοδυναμίας τους θολώνει όταν τη δει κανείς πίσω από τους αριθμούς. Το τεράστιο δημόσιο χρέος, τα δίδυμα ελλείμματα και η διαρκής δημοσιονομική επιβάρυνση δεν συνιστούν εικόνα σταθερής αυτοκρατορίας, αλλά μιας δύναμης που πιέζεται και αντιδρά επιθετικά για να διατηρήσει την κυριαρχία της.
Αυτός είναι ο πυρήνας του νέου κινδύνου: όταν μια υπερδύναμη αισθάνεται ότι φθείρεται, δεν αποσύρεται ήρεμα. Χτυπά πιο σκληρά. Αντιδρά σαν πληγωμένο λιοντάρι. Και τότε ολόκληρος ο πλανήτης εισέρχεται σε ζώνη υψηλού ρίσκου, όπου ο αναθεωρητισμός επιστρέφει ως «φυσιολογικό» εργαλείο ισχύος.
Οι βάσεις δεν είναι ουδέτερες: όποιος τις φιλοξενεί, αναλαμβάνει και το κόστος
Η συζήτηση περί ξένων στρατιωτικών βάσεων γίνεται συχνά με όρους επιτηδευμένης αθωότητας. Όμως η αλήθεια είναι απλή: καμία στρατιωτική βάση δεν εγκαθίσταται για διακοσμητικούς λόγους. Εγκαθίσταται για να χρησιμοποιηθεί. Για προβολή ισχύος, για επιχειρήσεις, για στρατηγική παρέμβαση.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε χώρα που φιλοξενεί τέτοιες υποδομές γνωρίζει εκ των προτέρων πως, αν οι βάσεις χρησιμοποιηθούν εναντίον τρίτου κράτους, τότε η ίδια η χώρα μετατρέπεται αυτομάτως σε μέρος της σύγκρουσης. Άρα και σε πιθανό στόχο. Όλες οι μετέπειτα αντιδράσεις σοκ, αγανάκτησης ή απορίας είναι βαθιά υποκριτικές. Οι βάσεις δεν φέρνουν μόνο «προστασία». Φέρνουν και γεωπολιτική συνενοχή.
Ιράν, Βενεζουέλα, Παναμάς: ο μεγάλος στόχος είναι η αξιοπιστία της Κίνας
Πίσω από τις επιμέρους κρίσεις φαίνεται να διαμορφώνεται ένα μεγαλύτερο στρατηγικό σχέδιο: η απομόνωση της Κίνας μέσω της αποσύνδεσης ή της αποθάρρυνσης των εταίρων της. Όταν κράτη που συνδέονται πολιτικά, εμπορικά ή ενεργειακά με το Πεκίνο τίθενται στο στόχαστρο και μένουν ουσιαστικά αβοήθητα, το μήνυμα που εκπέμπεται διεθνώς είναι σαφές: η Κίνα δεν μπορεί να εγγυηθεί ασφάλεια ούτε πολιτική κάλυψη στους δικούς της.
Αν αυτό παγιωθεί, η ζημιά για το Πεκίνο δεν θα είναι μόνο γεωπολιτική, αλλά βαθιά στρατηγική. Θα αφορά την αξιοπιστία του ως εναλλακτικού πόλου ισχύος. Από την άλλη, αν οι ΗΠΑ αποτύχουν να λυγίσουν το Ιράν ή αν μπλεχτούν σε μακρόχρονη φθορά, τότε το σχέδιο μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ: με οικονομική εξάντληση, στρατιωτική υπερέκταση, απώλεια κύρους και πιθανές εσωτερικές αναταράξεις στο ίδιο το αμερικανικό σύστημα.
Ο πλανήτης δεν πλησιάζει απλώς μια νέα κρίση. Πλησιάζει μια ιστορική καμπή, όπου οι μεγάλες δυνάμεις δεν λειτουργούν ως εγγυητές σταθερότητας, αλλά ως παραγωγοί χάους. Και όταν προηγούνται ο νομισματικός, ο εμπορικός, ο δασμολογικός και ο ενεργειακός πόλεμος, τότε η επόμενη πράξη δεν λέγεται ειρήνη. Λέγεται σύγκρουση.

