Η Τουρκία κινείται το τελευταίο διάστημα με ιδιαίτερη προσοχή απέναντι στη Γαλλία, επιχειρώντας να αποκαταστήσει τις σχέσεις της τόσο σε πολιτικό όσο και σε αμυντικό επίπεδο. Πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις περί ενδιαφέροντος για το γαλλοϊταλικό αντιαεροπορικό και αντιβαλλιστικό σύστημα SAMP/T, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Άγκυρα επιδιώκει κάτι πολύ ευρύτερο από την απλή απόκτηση ενός ακόμη οπλικού συστήματος.
Η ανακοίνωση του Τούρκου υπουργού Εθνικής Άμυνας για πιθανό ενδιαφέρον απόκτησης του SAMP/T δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη επιχειρησιακής ανάγκης. Η Τουρκία ήδη διαθέτει ένα πολυσύνθετο πλέγμα αεράμυνας, ενώ συνεχίζει την ανάπτυξη εγχώριων συστημάτων και διατηρεί σε αποθήκευση τους ρωσικούς S-400. Το πραγματικό διακύβευμα φαίνεται να είναι διαφορετικό.
Η Άγκυρα επιδιώκει να αποκτήσει θέση στα μεγάλα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα και ειδικότερα στις πρωτοβουλίες που αφορούν την ανάπτυξη ενός ενιαίου ευρωπαϊκού αντιαεροπορικού και αντιβαλλιστικού πλέγματος. Η συμμετοχή σε τέτοια προγράμματα δεν προσφέρει μόνο πρόσβαση σε προηγμένη τεχνολογία, αλλά και πολιτική αναβάθμιση, βιομηχανική συνεργασία και ενίσχυση της θέσης της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας.
Στο πλαίσιο αυτό, η Άγκυρα εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτική στις δημόσιες τοποθετήσεις της έναντι της Ελλάδας. Δεν είναι τυχαίο ότι αποφεύγει να επαναφέρει σε πρώτο πλάνο ζητήματα όπως το casus belli, γνωρίζοντας ότι μια τέτοια στάση δυσχεραίνει την προσπάθειά της να παρουσιαστεί ως αξιόπιστος εταίρος της ευρωπαϊκής άμυνας.
Για την Ελλάδα, αυτή η συγκυρία δημιουργεί ένα σημαντικό διπλωματικό εργαλείο. Η Αθήνα μπορεί να επιμείνει ότι η ουσιαστική συμμετοχή οποιασδήποτε υποψήφιας χώρας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας προϋποθέτει σεβασμό του διεθνούς δικαίου, εγκατάλειψη των απειλών χρήσης βίας και σχέσεις καλής γειτονίας. Όσο παραμένει σε ισχύ το τουρκικό casus belli απέναντι στην Ελλάδα, η τουρκική προσπάθεια για βαθύτερη ένταξη στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς σχεδιασμούς θα συνεχίζει να συναντά σοβαρά πολιτικά εμπόδια.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ότι η αντιπαράθεση Ελλάδας–Τουρκίας δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Μεταφέρεται πλέον και στο πεδίο της ευρωπαϊκής άμυνας, όπου η διπλωματία, οι εξοπλιστικές συνεργασίες και οι πολιτικές συμμαχίες αποκτούν εξίσου μεγάλη σημασία με τις στρατιωτικές ισορροπίες.

