Το ζήτημα της αποτέφρωσης επανέρχεται δυναμικά στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα, συνοδευόμενο –όπως συνήθως– από έντονες αντιδράσεις, αφορισμούς και έναν λόγο που συχνά αγγίζει τα όρια της απανθρωπιάς. Αντί για νηφάλια θεολογική και ποιμαντική προσέγγιση, κυριαρχεί ένας «τιμωρητικός» λόγος, ο οποίος αποκόπτει τον άνθρωπο από την Εκκλησία τη στιγμή που τη χρειάζεται περισσότερο: στον θάνατο.
Η συζήτηση, όμως, δεν είναι θεωρητική. Είναι βαθιά υπαρξιακή και αφορά πραγματικούς ανθρώπους, οικογένειες σε πένθος και κοινωνίες που αλλάζουν.
Μια εμπειρία που αποκαλύπτει το χάσμα
Πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, κατά τη διάρκεια διακονίας μου σε ορθόδοξη ενορία της Μητρόπολης Γερμανίας, κλήθηκα να τελέσω κηδεία ορθόδοξου χριστιανού, του οποίου το σώμα επρόκειτο να αποτεφρωθεί μετά την ακολουθία. Θεωρώντας αυτονόητο ότι έπρεπε να ζητήσω καθοδήγηση, απευθύνθηκα στον αρμόδιο επίσκοπο.
Η απάντησή του ήταν αποστομωτικά απλή:
«Οι άνθρωποι ζητούν εκκλησιαστική κηδεία. Θα την τελέσεις κανονικά. Δεν κάνουμε διακρίσεις στον θάνατο».
Όταν επιχείρησα να εξηγήσω ότι «στην Ελλάδα ισχύουν άλλα», η απάντησή του ήταν ακόμη πιο αποκαλυπτική:
«Δεν με αφορά τι κάνετε στην Ελλάδα. Αυτά τα θέματα χρειάζονται ποιμαντική ευαισθησία, όχι ιδεολογική ακαμψία».
Η ελληνική ιδιαιτερότητα: υπερορθοδοξία χωρίς έλεος
Στην Ελλάδα, κάθε αναφορά σε αποτέφρωση συνοδεύεται από σχόλια του τύπου:
«πήγε αδιάβαστος», «έχασε την ψυχή του», «αρνήθηκε την πίστη του».
Πρόκειται για φράσεις που δεν έχουν καμία θεολογική βάση, αλλά παράγουν φόβο, ενοχή και κοινωνικό στιγματισμό. Κι όμως, ακόμη και σήμερα, στο αποτεφρωτήριο της Ριτσώνας υπάρχει δυνατότητα ανάγνωσης προσευχής από κληρικό, εφόσον το ζητήσει η οικογένεια. Η Εκκλησία είναι παρούσα – έστω και με αντιφάσεις.
Το θεολογικό επιχείρημα και τα όριά του
Η βασική ένσταση κατά της αποτέφρωσης αφορά την Ανάσταση των νεκρών. Υποστηρίζεται ότι το σώμα πρέπει να είναι ενταφιασμένο για να «αναστηθεί». Πρόκειται για μια θεολογικά αφελή ανάγνωση.
Η χριστιανική πίστη δεν μιλά για επανασυναρμολόγηση υλικών υπολειμμάτων, αλλά για αναδημιουργία. Ο Θεός που δημιούργησε τον κόσμο «εκ του μηδενός» δεν εξαρτά την Ανάσταση από τη φυσική κατάσταση των οστών. Άλλωστε, η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από μάρτυρες που κάηκαν, διαμελίστηκαν ή χάθηκαν στη θάλασσα.
Το τραύμα των ζωντανών και η ευθύνη της Εκκλησίας
Στις σύγχρονες κοινωνίες δεν μπορούμε να αγνοούμε την ψυχική κατάσταση των πενθούντων. Η εικόνα του χώματος που πέφτει πάνω στο φέρετρο, οι βίαιες εκταφές, τα άταφα ή μη αποσυντεθειμένα σώματα αποτελούν για πολλούς βαθιά τραυματικές εμπειρίες.
Η Εκκλησία οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο «τι επιτρέπεται», αλλά και τι θεραπεύει. Η ποιμαντική δεν είναι κανονιστικό εγχειρίδιο· είναι στάση ζωής.
Το αναπόφευκτο μέλλον
Τα διοικητικά όργανα της Εκκλησίας στην Ελλάδα σήμερα απορρίπτουν την κανονική τέλεση κηδείας σε περιπτώσεις αποτέφρωσης. Είναι, προφανώς, μια προσπάθεια αναχαίτισης μιας κοινωνικής μεταβολής. Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι σε λίγα χρόνια το ζήτημα θα έχει ξεπεραστεί σιωπηλά, όπως συνέβη και με άλλα παρόμοια θέματα.
Είτε μέσω ταφής είτε μέσω αποτέφρωσης, μιλάμε για δύο διαφορετικούς τρόπους αποσύνθεσης του ίδιου σώματος. Το ερώτημα δεν είναι πώς διαλύεται το σώμα, αλλά πώς στέκεται η Εκκλησία απέναντι στον άνθρωπο.
Συμπέρασμα
Η πίστη δεν δοκιμάζεται από την τέφρα. Δοκιμάζεται από την έλλειψη ελέους.
Και η Εκκλησία κρίνεται όχι από το πόσο αυστηρά οριοθετεί τον θάνατο, αλλά από το πόσο ανθρώπινα συνοδεύει τον άνθρωπο μέσα σε αυτόν.

