Η εικόνα από την Τεχεράνη και το Ντονμπάς ανατρέπει το βολικό αφήγημα ότι οι κοινωνίες περιμένουν τις ΗΠΑ ως «απελευθερωτές». Η πίεση δεν γεννά αναγκαστικά συνθηκολόγηση· μπορεί να γεννήσει σκληρότερη αντίσταση.
Η Δύση έχει συνηθίσει να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τις οθόνες των δικών της επιτελείων. Επιβάλλει κυρώσεις, εξαπολύει στρατιωτικά πλήγματα, απομονώνει κράτη και κατόπιν περιμένει τους λαούς τους να εξεγερθούν, να ανατρέψουν τις κυβερνήσεις τους και να υποδεχθούν την Ουάσιγκτον ως σωτήρα.
Μόνο που η πραγματικότητα αρνείται πεισματικά να υπακούσει στο σενάριο.
Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και αναλυτής Λεωνίδας Βατικιώτης, ο οποίος βρέθηκε πρόσφατα στο Ιράν για τις πολυήμερες τελετές και την ταφή του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, μεταφέρει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Όπως υποστηρίζει, τόσο από την εμπειρία του στο Ιράν όσο και από όσα είχε δει στη Ρωσία και στο Ντονμπάς, σημαντικό τμήμα των πολιτών δεν ζητά προσέγγιση με τις ΗΠΑ. Αντιθέτως, θεωρεί ανεπαρκή τη στάση των ηγεσιών και απαιτεί σκληρότερη απάντηση. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση περιλαμβάνεται σε πρόσφατο απόσπασμα της συνέντευξής του.
Η εκτίμησή του δεν αποτελεί δημοσκόπηση ούτε επιτρέπει εύκολες γενικεύσεις για δύο τεράστιες και σύνθετες κοινωνίες. Είναι, όμως, μια επιτόπια μαρτυρία που η δυτική ενημέρωση δεν δικαιούται να απορρίπτει επειδή χαλάει το κυρίαρχο αφήγημα.
Η κηδεία που μετατράπηκε σε πολιτική διαδήλωση
Ο Βατικιώτης δεν περιγράφει την κηδεία του Χαμενεΐ ως μια απλή θρησκευτική τελετή. Την παρουσιάζει ως μαζική πολιτική κινητοποίηση, με εκατομμύρια ανθρώπους να στέλνουν μήνυμα αντίστασης απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Στη δική του αποτίμηση, οι πομπές δεν εξέφραζαν μόνο πένθος, αλλά και απαίτηση να μη μετατραπεί η δολοφονία του Ιρανού ηγέτη σε αφετηρία υποχώρησης. Την εμπειρία του από τις εξαήμερες τελετές περιέγραψε μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα.
Οι εικόνες των τεράστιων συγκεντρώσεων είναι πραγματικές. Πραγματική είναι επίσης η οργή που προκάλεσε η δολοφονία του Χαμενεΐ από τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα. Ακόμη και διεθνή πρακτορεία που επισημαίνουν τις βαθιές εσωτερικές αντιθέσεις του Ιράν κατέγραψαν την τεράστια προσέλευση στις τελετές. Το Reuters έκανε λόγο για πολυπληθείς συγκεντρώσεις, σημειώνοντας παράλληλα ότι η οικονομική και κοινωνική δυσαρέσκεια δεν έχει εξαφανιστεί.
Αυτό σημαίνει κάτι πολιτικά πιο σύνθετο: όταν μια χώρα δέχεται εξωτερική επίθεση, η εσωτερική δυσαρέσκεια μπορεί να περάσει σε δεύτερο πλάνο και να δώσει τη θέση της στην εθνική συσπείρωση.
Ακριβώς αυτό είναι που δεν θέλουν να καταλάβουν στην Ουάσιγκτον.
Επί δεκαετίες θεωρούν ότι κάθε βόμβα θα αποδυναμώνει το ιρανικό καθεστώς και κάθε νέα κύρωση θα στρέφει τον πληθυσμό εναντίον του. Στην πράξη, όμως, η διαρκής απειλή επιτρέπει στην πιο σκληρή πτέρυγα του συστήματος να εμφανίζεται δικαιωμένη. Όσοι μιλούσαν για διάλογο με τη Δύση εκτίθενται ως αφελείς. Όσοι προειδοποιούσαν ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν όχι συμφωνία αλλά υποταγή, αποκτούν ισχυρότερο ακροατήριο.
Η αμερικανική πολιτική καταφέρνει έτσι το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που διακηρύσσει: αντί να απομονώσει τους σκληροπυρηνικούς, τους προσφέρει το ισχυρότερο πολιτικό τους επιχείρημα.
Από το Ντονμπάς μέχρι την Τεχεράνη
Ο παραλληλισμός που κάνει ο Βατικιώτης με τη Ρωσία και το Ντονμπάς είναι αποκαλυπτικός. Και εκεί, κατά την εκτίμησή του, το ερώτημα δεν είναι γιατί οι πολίτες δεν εξεγείρονται εναντίον της ηγεσίας τους, αλλά γιατί η δυτική πίεση μεταφράζεται από πολλούς ως απειλή για την ίδια την ύπαρξη της χώρας τους.
Όσο η Δύση παρουσιάζει κάθε σύγκρουση ως μάχη ανάμεσα στη «δημοκρατία» και στο «κακό», απαλλάσσει τον εαυτό της από την ανάγκη να καταλάβει τον αντίπαλο. Δεν εξετάζει ιστορικές μνήμες, φόβους, εθνικά τραύματα ή κοινωνικές αντιφάσεις. Αρκείται σε μια βολική καρικατούρα: από τη μία ένας αυταρχικός ηγέτης και από την άλλη ένας λαός που περιμένει κρυφά την αμερικανική σωτηρία.
Αυτό το σχήμα μπορεί να είναι χρήσιμο για την προπαγάνδα. Είναι καταστροφικό για τη διπλωματία.
Οι κυρώσεις, οι πόλεμοι και οι απειλές αλλαγής καθεστώτος δεν πλήττουν μόνο κυβερνήσεις. Χτυπούν εισοδήματα, υποδομές, οικογένειες και ολόκληρες γενιές. Με τον χρόνο, η ευθύνη για την καθημερινή ασφυξία δεν αποδίδεται αποκλειστικά στην εγχώρια εξουσία. Αποδίδεται και σε εκείνον που βομβαρδίζει, αποκλείει και τιμωρεί συλλογικά.
Τότε η «προσέγγιση με τις ΗΠΑ» παύει να ακούγεται σαν ειρήνη και αρχίζει να ακούγεται σαν συνθηκολόγηση.
Η αυτοκρατορία χάνει το σημαντικότερο όπλο της
Η μεγαλύτερη ήττα των ΗΠΑ δεν μετριέται μόνο σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ή διπλωματικές συμφωνίες. Μετριέται στην κατάρρευση της αξιοπιστίας τους.
Μια υπερδύναμη μπορεί να διαθέτει αεροπλανοφόρα, βάσεις, δορυφόρους και το ισχυρότερο χρηματοπιστωτικό σύστημα του κόσμου. Αν όμως εκατομμύρια άνθρωποι θεωρούν ότι πίσω από κάθε πρόσκληση για διάλογο κρύβεται ένας εκβιασμός και πίσω από κάθε υπόσχεση ειρήνης προετοιμάζεται το επόμενο πλήγμα, τότε έχει χάσει το λεγόμενο «ήπιο» ισχυρό της όπλο: την ικανότητα να πείθει.
Και όταν η πειθώ πεθαίνει, απομένει μόνο η βία.
Αυτό εξηγεί και τη βαθύτερη σύγκλιση ανάμεσα στη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα. Δεν πρόκειται για συμμαχία βασισμένη σε ρομαντισμούς ή ιδεολογική ομοφωνία. Είναι σύγκλιση συμφερόντων απέναντι σε μια δύναμη που επιχειρεί να καθορίζει ποιος δικαιούται να εμπορεύεται, να εξοπλίζεται, να αναπτύσσεται και να έχει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική.
Η Ουάσιγκτον ήθελε να απομονώσει τους αντιπάλους της. Με τις ίδιες της τις επιλογές, τους έσπρωξε να συνεργαστούν.
Το μήνυμα που δεν θέλει να ακούσει η Δύση
Η μαρτυρία του Λεωνίδα Βατικιώτη δεν υποχρεώνει κανέναν να εξιδανικεύσει το πολιτικό σύστημα του Ιράν ή να αποσιωπήσει τις ευθύνες της ρωσικής ηγεσίας. Υποχρεώνει, όμως, κάθε σοβαρό αναλυτή να εγκαταλείψει την παιδική ιδέα ότι οι λαοί που βομβαρδίζονται θα αγαπήσουν εκείνον που πατά τη σκανδάλη.
Η Δύση μπορεί να κερδίζει την πρώτη εικόνα, να επιβάλλει τον τίτλο και να ελέγχει το πλαίσιο της ενημέρωσης. Στο έδαφος, όμως, δημιουργείται μια διαφορετική πραγματικότητα: κοινωνίες πιο καχύποπτες, ηγεσίες πιο άκαμπτες και ένας κόσμος που απομακρύνεται ταχύτερα από την αμερικανική μονοκρατορία.
Μια βόμβα μπορεί να καταστρέψει ένα κτίριο. Δεν μπορεί να εξοντώσει την πολιτική μνήμη ενός λαού.
Και όσο η Ουάσιγκτον συγχέει τον φόβο με την υποταγή, τόσο θα ανακαλύπτει ότι κάτω από τα ερείπια δεν γεννιούνται φίλοι — γεννιούνται αποφασιστικότεροι αντίπαλοι.

