Η Τουρκία διαβεβαίωνε ότι το Ιντσιρλίκ είναι «τουρκική βάση που απλώς φιλοξενεί Αμερικανούς». Λίγες ώρες αργότερα, βαλλιστικό βλήμα από το Ιράν μπήκε στον τουρκικό εναέριο χώρο και αναχαιτίστηκε από νατοϊκά συστήματα. Οι ρωσικοί S-400, για τους οποίους η Άγκυρα πλήρωσε δισεκατομμύρια και θυσίασε τη συμμετοχή της στα F-35, παρέμειναν εκτός κάδρου.
Η Τουρκία έτρεξε να αλλάξει ταμπέλα στο Ιντσιρλίκ μόλις η Τεχεράνη προειδοποίησε ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο.
Ξαφνικά, το Ιντσιρλίκ δεν ήταν η βάση από την οποία επιχειρούν αμερικανικές και νατοϊκές δυνάμεις. Δεν ήταν ένας από τους σημαντικότερους στρατηγικούς κόμβους των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Ήταν, σύμφωνα με την Άγκυρα, μία απολύτως τουρκική βάση, η οποία απλώς «φιλοξενεί» Αμερικανούς, Ισπανούς, Πολωνούς και Καταριανούς στρατιωτικούς.
Μόνο που οι πύραυλοι δεν διαβάζουν κτηματολογικά συμβόλαια.
Δεν ενδιαφέρονται ποιος έχει την κυριότητα των εγκαταστάσεων, ποια σημαία υψώνεται στην είσοδο ή ποιος Τούρκος ταξίαρχος υπογράφει τις ημερήσιες διαταγές. Οι στρατιωτικοί σχεδιασμοί αξιολογούν ποιος χρησιμοποιεί μία βάση, για ποιον σκοπό, με ποιες δυνατότητες και εναντίον ποιου.
Και το Ιντσιρλίκ, όσο και αν η Άγκυρα προσπαθεί να παίξει με τις λέξεις, αποτελεί κρίσιμο κόμβο της αμερικανικής και νατοϊκής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.
Το μήνυμα της Τεχεράνης και ο πανικός της Άγκυρας
Ο νέος ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, είχε καλέσει τις χώρες της περιοχής να κλείσουν τις αμερικανικές βάσεις, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπες με ιρανικά πλήγματα.
Η τουρκική κυβέρνηση κατάλαβε αμέσως ότι η απειλή την αφορούσε.
Γι’ αυτό και επιχείρησε να προλάβει τις εξελίξεις, παρουσιάζοντας το Ιντσιρλίκ περίπου ως ένα τουρκικό στρατόπεδο στο οποίο ορισμένοι Αμερικανοί βρίσκονται προσωρινά ως φιλοξενούμενοι.
Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή από την επικοινωνιακή κατασκευή.
Στις 13 Μαρτίου, το τουρκικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακοίνωσε ότι βαλλιστικό βλήμα, το οποίο είχε εκτοξευθεί από το Ιράν, εισήλθε στον τουρκικό εναέριο χώρο και εξουδετερώθηκε από νατοϊκά μέσα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας που βρίσκονταν στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα δεν επιβεβαίωσε επισήμως ότι ο τελικός στόχος ήταν το Ιντσιρλίκ. Οι σειρήνες, όμως, οι πληροφορίες για την κατεύθυνση του βλήματος και η κινητοποίηση γύρω από τη βάση ήταν αρκετές για να αποκαλύψουν πόσο ευάλωτη είναι η τουρκική πολιτική των πολλαπλών ρόλων.
Η Τουρκία θέλει να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως ανεξάρτητη περιφερειακή υπερδύναμη, σύμμαχος του ΝΑΤΟ, συνομιλητής της Ρωσίας, προστάτης των μουσουλμανικών λαών, αντίπαλος του Ισραήλ και διαμεσολαβητής με το Ιράν.
Όταν όμως εμφανίστηκε πραγματικός βαλλιστικός κίνδυνος, η θεωρία τελείωσε.
Η Άγκυρα κατέφυγε στην ασπίδα του ΝΑΤΟ.
Οι S-400 εξαφανίστηκαν από το κάδρο
Η πιο αποκαλυπτική πλευρά της υπόθεσης δεν είναι μόνο το βλήμα που αναχαιτίστηκε.
Είναι το οπλικό σύστημα που δεν εμφανίστηκε.
Η Τουρκία αγόρασε από τη Ρωσία τους S-400 έναντι περίπου 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρουσίασε την προμήθεια ως πράξη εθνικής κυριαρχίας, ως απόδειξη ότι κανείς δεν μπορούσε να υπαγορεύει στην Άγκυρα από πού θα αγοράζει όπλα και ως θεμέλιο μιας ανεξάρτητης τουρκικής αντιαεροπορικής άμυνας.
Το τίμημα ήταν τεράστιο.
Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35, έχασε τη δυνατότητα απόκτησης του πλέον προηγμένου δυτικού μαχητικού πέμπτης γενιάς και βρέθηκε αντιμέτωπη με αμερικανικές κυρώσεις. Επιπλέον, έχασε βιομηχανικό έργο δισεκατομμυρίων που συνδεόταν με την παραγωγή εξαρτημάτων για το πρόγραμμα.
Και όταν έφτασε η στιγμή κατά την οποία ένα πραγματικό βαλλιστικό βλήμα πέρασε προς τον τουρκικό εναέριο χώρο, ποιος προστάτευσε την Τουρκία;
Όχι οι ρωσικοί S-400.
Τα ενταγμένα στο ΝΑΤΟ συστήματα.
Το τουρκικό υπουργείο προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατάσταση, υποστηρίζοντας ότι το ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας ενεργοποίησε αυτομάτως το καταλληλότερο και ταχύτερο μέσο αναχαίτισης.
Αυτή η απάντηση, όμως, δεν κλείνει τη συζήτηση. Την ανοίγει διάπλατα.
Εάν οι S-400 δεν αποτελούν ενεργό τμήμα του ολοκληρωμένου μηχανισμού που προστατεύει τον τουρκικό εναέριο χώρο, ποιος είναι τελικά ο επιχειρησιακός τους ρόλος;
Πού βρίσκονται;
Σε ποιο επίπεδο ετοιμότητας λειτουργούν;
Με ποιο σύστημα διοίκησης συνδέονται;
Και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να δοθεί εντολή πραγματικής χρήσης τους;
Κανείς δεν μπορεί να συμπεράνει μόνο από ένα περιστατικό ότι οι S-400 είναι τεχνικά ανίκανοι να χρησιμοποιηθούν. Μπορεί να υπήρχαν επιχειρησιακοί, γεωγραφικοί ή χρονικοί λόγοι για τους οποίους επελέγη άλλο μέσο αναχαίτισης.
Πολιτικά, όμως, η εικόνα είναι συντριπτική.
Το σύστημα που παρουσιάστηκε ως σύμβολο τουρκικής ανεξαρτησίας ήταν απών, ενώ η τουρκική ασφάλεια εξαρτήθηκε από τη δυτική συμμαχία την οποία ο Ερντογάν χρησιμοποιεί επί χρόνια ως σάκο του μποξ για το εσωτερικό του ακροατήριο.
Πλήρωσαν τη Ρωσία, έχασαν τα F-35 και ζήτησαν προστασία από το ΝΑΤΟ
Αυτό είναι το πραγματικό ισοζύγιο της «μεγάλης στρατηγικής επιτυχίας» των S-400:
Η Ρωσία εισέπραξε δισεκατομμύρια.
Η Τουρκία έχασε τα F-35.
Οι αμερικανικές κυρώσεις παρέμειναν ως βαρίδι στις τουρκοαμερικανικές σχέσεις.
Οι S-400 δεν εντάχθηκαν στην κοινή νατοϊκή αρχιτεκτονική.
Και όταν εμφανίστηκε η απειλή, η Άγκυρα προστατεύθηκε από τα συστήματα του ΝΑΤΟ.
Πρόκειται για μνημείο στρατηγικής αντίφασης.
Ο Ερντογάν θέλησε να αγοράσει γεωπολιτική αυτονομία από τη Μόσχα, χωρίς να εγκαταλείψει την ασφάλεια που του προσφέρει η Δύση. Θέλησε να κρατήσει ταυτόχρονα τον ρωσικό πύραυλο, την αμερικανική ομπρέλα, τη νατοϊκή ιδιότητα και τον ρόλο του ανεξάρτητου σουλτάνου.
Όσο οι κρίσεις παρέμεναν θεωρητικές, αυτή η ισορροπία μπορούσε να πουληθεί επικοινωνιακά.
Όταν όμως άρχισαν να πετούν πραγματικοί βαλλιστικοί πύραυλοι, αποκαλύφθηκε ποιο σύστημα παρέχει πραγματική προστασία και ποιο έχει μετατραπεί σε πανάκριβο γεωπολιτικό ενθύμιο.
Το Ιντσιρλίκ δεν γίνεται λιγότερο αμερικανικό με μία ανακοίνωση
Η τουρκική επιμονή ότι το Ιντσιρλίκ είναι «τουρκική βάση» αποτελεί νομικά ορθή αλλά στρατηγικά μισή περιγραφή.
Ναι, η εγκατάσταση βρίσκεται σε τουρκικό έδαφος, υπάγεται στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και διοικείται επισήμως από Τούρκο αξιωματικό.
Ταυτόχρονα, όμως, φιλοξενεί αμερικανικές δυνάμεις, υποστηρίζει νατοϊκές επιχειρήσεις και αποτελεί βασικό κρίκο της δυτικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.
Η Άγκυρα δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την αμερικανική ισχύ που σταθμεύει στο έδαφός της όταν τη συμφέρει και ταυτόχρονα να προσποιείται ότι αυτή η ισχύς δεν υπάρχει όταν κάποιος απειλεί να τη στοχοποιήσει.
Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με λεκτικά τεχνάσματα.
Η Τουρκία απολαμβάνει τα οφέλη της συμμετοχής στο ΝΑΤΟ, προσφέρει εγκαταστάσεις στις ΗΠΑ, αποκτά πολιτικό βάρος λόγω της γεωγραφικής της θέσης και στη συνέχεια απαιτεί από τους αντιπάλους της Αμερικής να αντιμετωπίζουν αυτές τις βάσεις σαν απλές τουρκικές αποθήκες.
Αυτό δεν είναι στρατηγική αυτονομία.
Είναι στρατηγικός καιροσκοπισμός.
Το μάθημα για την Ελλάδα
Η Ελλάδα δεν πρέπει ούτε να υποτιμά την Τουρκία ούτε να πανηγυρίζει για τις αντιφάσεις της.
Η Τουρκία διαθέτει μεγάλη αμυντική βιομηχανία, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, στρατηγικό βάθος και σημαντική ικανότητα να μετατρέπει τη γεωγραφία της σε πολιτικό πλεονέκτημα.
Το περιστατικό, όμως, αποδεικνύει ότι πίσω από τη ρητορική της απόλυτης αυτονομίας υπάρχουν σοβαρά κενά και εξαρτήσεις.
Η Ελλάδα οφείλει να επενδύσει σε πραγματικά διασυνδεδεμένη αεράμυνα, σε πολλαπλές δυνατότητες αναχαίτισης, σε έγκαιρη προειδοποίηση και σε συμμαχίες που λειτουργούν επιχειρησιακά — όχι μόνο στις ανακοινώσεις και στις φωτογραφίες.
Γιατί η αξία ενός οπλικού συστήματος δεν κρίνεται στις παρελάσεις, ούτε στις τηλεοπτικές φιέστες.
Κρίνεται τη στιγμή που εντοπίζεται ο πραγματικός πύραυλος.
Και εκείνη τη στιγμή, οι πολυδιαφημισμένοι S-400 της Τουρκίας δεν ήταν οι πρωταγωνιστές.
Ήταν το ακριβότερο σκηνικό στο βάθος.

