Η ελληνική οικονομία μεγάλωσε κατά 2,1% το 2025. Αυτό είναι πραγματικό και καταγεγραμμένο. Εκείνο που χρειάζεται πολύ περισσότερη τεκμηρίωση είναι η πολιτική μετατροπή αυτού του ποσοστού σε απόδειξη ότι η χώρα άλλαξε παραγωγικό μοντέλο και άφησε οριστικά πίσω τις αδυναμίες της. Η αύξηση του ΑΕΠ δείχνει κίνηση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι προς ποια κατεύθυνση.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δίνει μια λιγότερο πανηγυρική απάντηση. Το έλλειμμα περιορίστηκε το 2025 στο 5,7% του ΑΕΠ, από 7,2% το 2024. Η βελτίωση πρέπει να αναγνωριστεί. Το μέγεθος του ελλείμματος, όμως, παραμένει σοβαρό: περίπου 14,1 δισ. ευρώ. Το ΔΝΤ συνδέει την επιμονή του με την ισχυρή εγχώρια ζήτηση, τις αυξημένες εισαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων και τους περιορισμούς της εγχώριας παραγωγικής δυναμικότητας.
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα που δεν χωρά εύκολα στις κυβερνητικές παρουσιάσεις. Όταν η παραγωγή δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στη ζήτηση, μέρος της ανάπτυξης τροφοδοτεί τις οικονομίες από τις οποίες εισάγουμε. Η κατανάλωση στηρίζει την αγορά, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει διαρκώς την παραγωγικότητα, την τεχνολογία και την εξαγωγική ικανότητα.
Οι διεθνείς συγκρίσεις κάνουν αυτή τη συζήτηση αναπόφευκτη.
Η Σιγκαπούρη κατέγραψε το 2025 ονομαστικό ΑΕΠ περίπου 604 δισ. δολαρίων και πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών 16,7% του ΑΕΠ. Η μικρή γεωγραφική της έκταση υπογραμμίζει ότι το οικονομικό μέγεθος δεν καθορίζεται από τα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Βεβαίως, μια ασιατική πόλη-κράτος με ιδιαίτερο εμπορικό και χρηματοπιστωτικό ρόλο δεν αποτελεί έτοιμη συνταγή για την Ελλάδα. Αποτελεί, όμως, αφορμή για να συζητήσουμε σοβαρά τι παράγει μια χώρα και ποια θέση κατακτά στη διεθνή οικονομία.
Η Πολωνία προσφέρει μια ευρωπαϊκή σύγκριση. Η ανάπτυξή της για το 2025 αναθεωρήθηκε τον Οκτώβριο του 2026 στο 3,8%, από την αρχική εκτίμηση 3,6%. Το ονομαστικό ΑΕΠ της ξεπέρασε το ένα τρισ. δολάρια, ενώ η ετήσια ανεργία διαμορφώθηκε στο 3,1%. Το μεγαλύτερο πληθυσμιακό της μέγεθος εξηγεί μέρος της διαφοράς στο συνολικό ΑΕΠ. Δεν ακυρώνει, ωστόσο, τη σημασία του ταχύτερου ρυθμού ανάπτυξης και της χαμηλής ανεργίας.
Ακόμη πιο κοντά στην ελληνική εμπειρία βρίσκεται η Πορτογαλία. Το 2009 η ελληνική οικονομία ήταν μεγαλύτερη κατά περίπου 60 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους. Με τα δημοσιευμένα στοιχεία για το 2025, η σχέση έχει αντιστραφεί: η πορτογαλική οικονομία προηγείται πλέον κατά ένα ποσό κοντά στα 60 δισ. ευρώ. Πρόκειται για σύγκριση οικονομικού μεγέθους σε τρέχουσες τιμές, όχι για αυτούσια μέτρηση της ευημερίας των πολιτών. Η αντιστροφή, πάντως, παραμένει αποκαλυπτική.
Η Πορτογαλία διατήρησε επίσης πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών το 2025. Αυτό δεν σημαίνει ότι έλυσε όλα τα προβλήματά της. Δείχνει ότι η ελληνική επιμονή σε μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αναπόφευκτη μοίρα μιας χώρας που πέρασε οικονομική κρίση.
Η κυβέρνηση, επομένως, οφείλει να απαντήσει με συγκεκριμένα αποτελέσματα: πόση νέα παραγωγική δυναμικότητα δημιουργείται, πόσες επιχειρήσεις αποκτούν σταθερή παρουσία στο εξωτερικό, πόσο αυξάνεται η προστιθέμενη αξία της ελληνικής παραγωγής και πώς μεταφράζονται όλα αυτά σε καλύτερες αμοιβές.
Η πολιτική μιζέρια αρχίζει όταν ο πήχης χαμηλώνει τόσο, ώστε κάθε θετικό ποσοστό να βαφτίζεται ιστορικός θρίαμβος. Η χώρα χρειάζεται μεγαλύτερη φιλοδοξία και μετρήσιμους στόχους. Γιατί το πραγματικό τεστ της ανάπτυξης έρχεται όταν σβήσουν οι οθόνες των παρουσιάσεων: στα εργοστάσια, στις επιχειρήσεις, στις εξαγωγές και στο εισόδημα των εργαζομένων.

