Κάποια στιγμή χρειάζεται να σταματήσουμε να αποδεικνύουμε την αξία μας σε ανθρώπους που μας θυμούνται μόνο όταν μας χρειάζονται.
Υπάρχει μια κούραση που δύσκολα περιγράφεται. Είναι εκείνη που νιώθεις όταν προσπαθείς διαρκώς να κρατήσεις μια σχέση όρθια, όταν αναζητάς δικαιολογίες για την αδιαφορία του άλλου, όταν επιστρέφεις από μια συνάντηση και αναρωτιέσαι τι έκανες πάλι λάθος. Όταν καταπίνεις μια προσβολή για να μη χαλάσει η παρέα και τελικά περνάς το υπόλοιπο βράδυ με τη στενοχώρια που οι υπόλοιποι δεν πρόσεξαν.
Πολλοί μάθαμε να θεωρούμε αρετή την υπομονή χωρίς όρια. Να είμαστε διαθέσιμοι, συγκαταβατικοί, πρόθυμοι να καταλάβουμε τους πάντες. Να αποφεύγουμε το «όχι», επειδή μπορεί να παρεξηγηθεί. Κι έτσι, σιγά σιγά, η κατανόηση προς τους άλλους γίνεται παραμέληση του εαυτού μας.
Η καλοσύνη χρειάζεται όρια για να μη μετατρέπεται σε μόνιμη υποχρέωση.
Δεν οφείλουμε να είμαστε πάντοτε διαθέσιμοι. Έχουμε δικαίωμα να κουραστούμε, να αρνηθούμε μια εξυπηρέτηση, να ζητήσουμε χρόνο. Έχουμε δικαίωμα να πούμε ότι ένα σχόλιο μας ενόχλησε, χωρίς να απολογούμαστε επειδή δεν το βρήκαμε αστείο.
Οι ανθρώπινες σχέσεις, βέβαια, δεν μπορούν να λειτουργούν σαν λογιστικά βιβλία. Δεν μετριέται κάθε τηλεφώνημα, κάθε πρόσκληση και κάθε χάρη. Υπάρχουν περίοδοι που κάποιος δυσκολεύεται και χρειάζεται περισσότερη στήριξη από όση μπορεί να προσφέρει. Η φιλία χωρά αυτές τις ανισορροπίες. Η αγάπη αντέχει και την κούραση και τα λάθη.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εξαίρεση γίνεται σταθερός κανόνας. Όταν ο ένας ακούει πάντα και ο άλλος μιλά πάντα. Όταν υπάρχει χρόνος για επικοινωνία μόνο εφόσον προκύψει μια ανάγκη. Όταν η δική σου δυσκολία αντιμετωπίζεται σαν ενόχληση, ενώ από εσένα απαιτείται διαρκής παρουσία.
Εκεί χρειάζεται μια ειλικρινής κουβέντα. Να ειπωθεί καθαρά τι πληγώνει, τι λείπει και τι πρέπει να αλλάξει. Κι έπειτα να δοθεί σημασία στις πράξεις. Μια συγγνώμη αποκτά βάρος όταν συνοδεύεται από προσπάθεια· διαφορετικά, καταλήγει να προηγείται απλώς της επόμενης επανάληψης.
Το ίδιο ισχύει για τις μικρές, καθημερινές υποτιμήσεις. Το δήθεν αθώο πείραγμα που γίνεται πάντα εις βάρος του ίδιου ανθρώπου. Το «κομπλιμέντο» που αφήνει πικρή γεύση. Η διαρκής ανάγκη κάποιου να μειώσει μια επιτυχία, να ανταγωνιστεί μια χαρά, να στρέψει κάθε συζήτηση πάνω του.
Δεν χρειάζεται να αποδώσουμε κρυφά κίνητρα για να αναγνωρίσουμε ότι μια συμπεριφορά μάς πληγώνει. Αρκεί να την περιγράψουμε και να θέσουμε το όριό μας. Το πώς θα ανταποκριθεί ο άλλος θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε αν υπάρχει περιθώριο συνεννόησης.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια παγίδα στις εύκολες συμβουλές που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο: να αντιμετωπίσουμε κάθε καθυστέρηση ως απόρριψη και κάθε διαφωνία ως λόγο αποχώρησης. Ένα αναπάντητο μήνυμα δεν εξηγεί ολόκληρη μια σχέση. Μια ακυρωμένη συνάντηση μπορεί να έχει σοβαρό λόγο. Οι άνθρωποι αξίζουν τον χρόνο να εξηγήσουν και την ευκαιρία να διορθώσουν.
Αυτό που έχει σημασία είναι η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά και η προθυμία να αλλάξει όταν το πρόβλημα ειπωθεί.
Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, και τη δική μας στάση. Ακούμε όσο ζητάμε να μας ακούν; Σεβόμαστε το «όχι» των άλλων; Μπορούμε να δεχτούμε ότι πληγώσαμε κάποιον, χωρίς να ακυρώσουμε αμέσως το παράπονό του; Τα όρια έχουν αξία όταν τα αναγνωρίζουμε και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Κάποιες σχέσεις μπορούν να γίνουν καλύτερες μέσα από αυτή την ειλικρίνεια. Άλλες ίσως χρειάζονται μεγαλύτερη απόσταση. Και ορισμένες μπορεί να έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, όσο δύσκολο κι αν είναι να το παραδεχτούμε. Δεν απαιτείται κάθε απομάκρυνση να συνοδεύεται από καβγά, δημόσιες αιχμές ή μια τελευταία προσπάθεια να δικαιωθούμε.
Ο χρόνος που ξοδεύουμε προσπαθώντας να κερδίσουμε λίγη προσοχή λείπει από ανθρώπους που χαίρονται την παρουσία μας. Λείπει από το σπίτι μας, από μια ουσιαστική συζήτηση, από τις μικρές καθημερινές στιγμές που περνούν ενώ εμείς αναμασάμε μια προσβολή.
Η ηρεμία μας αξίζει να έχει θέση στις αποφάσεις μας. Να μπορούμε να λέμε «αυτό με πειράζει», «σήμερα δεν μπορώ», «έτσι δεν θέλω να συνεχίσουμε». Με καθαρά λόγια και με τον σεβασμό που ζητάμε και για τον εαυτό μας.
Δεν χρειάζεται να εξαντληθούμε για να αποκτήσουμε το δικαίωμα να πούμε «ως εδώ».

