Οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί προκάλεσαν καταστροφές, αλλά δεν γονάτισαν την Τεχεράνη – Το καθεστώς άντεξε, τα Στενά του Ορμούζ παρέμειναν πεδίο εκβιασμού και η Ουάσιγκτον εγκλωβίστηκε σε έναν πόλεμο χωρίς καθαρή έξοδο
Ο Ντόναλντ Τραμπ πίστεψε ότι μπορούσε να λυγίσει το Ιράν με τη γνώριμη συνταγή της συντριπτικής στρατιωτικής ισχύος, των τελεσιγράφων και των θεαματικών ανακοινώσεων.
Υπολόγισε ότι με μερικά κύματα βομβαρδισμών, με την καταστροφή στρατιωτικών εγκαταστάσεων και με την εξόντωση κορυφαίων στελεχών, η Τεχεράνη θα υποχωρούσε, το καθεστώς θα κλονιζόταν και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέβαλλαν τους όρους τους.
Μόνο που το Ιράν δεν είναι μια χώρα που καταρρέει επειδή χτυπήθηκαν ορισμένες βάσεις, ούτε ένα καθεστώς που παραδίδει την εξουσία επειδή το απαίτησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Και αυτό είναι το πρώτο, τεράστιο λάθος της Ουάσιγκτον.
Μπέρδεψαν τη στρατιωτική υπεροχή με την πολιτική νίκη
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν αναμφισβήτητα τεράστια στρατιωτική υπεροχή. Μπορούν να πλήξουν εγκαταστάσεις, πλοία, αντιαεροπορικά συστήματα και κέντρα διοίκησης.
Η καταστροφή, όμως, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με στρατηγική επικράτηση.
Παρά τα σοβαρά πλήγματα που δέχθηκε, το Ιράν διατήρησε σημαντικές δυνατότητες πυραυλικών και μη επανδρωμένων επιθέσεων, ενώ συνέχισε να απειλεί αμερικανικούς στόχους, συμμαχικές χώρες και τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Ακόμη και Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει μέσα για να προκαλέσει μεγάλη ζημιά και να παρατείνει τη σύγκρουση.
Ο Τραμπ κατάφερε να προκαλέσει απώλειες στον αντίπαλό του. Δεν κατάφερε, όμως, να τον αναγκάσει να παραδοθεί.
Και σε έναν πόλεμο, αυτό είναι που τελικά μετράει.
Το καθεστώς δεν κατέρρευσε
Ένας από τους φανερούς ή υπόγειους στόχους της αμερικανικής στρατηγικής ήταν η πολιτική αποσταθεροποίηση του Ιράν.
Η Ουάσιγκτον φάνηκε να πιστεύει ότι τα στρατιωτικά πλήγματα θα προκαλούσαν εξέγερση, διάλυση των μηχανισμών ασφαλείας και αλλαγή καθεστώτος.
Συνέβη το αντίθετο.
Οι κρατικοί μηχανισμοί παρέμειναν λειτουργικοί, οι ένοπλες δυνάμεις δεν κατέρρευσαν και η ιρανική ηγεσία χρησιμοποίησε την ξένη επίθεση για να ενισχύσει το αφήγημα της εθνικής αντίστασης.
Αναλύσεις επισημαίνουν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις του Τραμπ να εγκαταλείψουν το καθεστώς, ενώ η επιδιωκόμενη πολιτική ανατροπή δεν πραγματοποιήθηκε.
Το καθεστώς μπορεί να τραυματίστηκε. Δεν έπεσε.
Τα Στενά του Ορμούζ έγιναν η παγίδα του Τραμπ
Το μεγαλύτερο στρατηγικό όπλο του Ιράν δεν είναι μόνο οι πύραυλοι ή τα drones.
Είναι η γεωγραφία.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς ενέργειας στον κόσμο. Όσο η Τεχεράνη μπορεί να απειλεί, να παρεμποδίζει ή να ελέγχει τη ναυσιπλοΐα, διατηρεί ένα όπλο με παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες.
Η αμερικανική πλευρά δεν κατάφερε να εξουδετερώσει αυτή τη δυνατότητα. Αντιθέτως, η προσπάθεια επιβολής ελέγχου στα Στενά δημιούργησε νέες στρατιωτικές, οικονομικές και διπλωματικές περιπλοκές.
Η μάλιστα ασαφής συμφωνία για την επαναλειτουργία της θαλάσσιας διόδου ερμηνεύθηκε διαφορετικά από τις δύο πλευρές. Η Ουάσιγκτον θεώρησε ότι αποκαθιστούσε την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, ενώ οι σκληροπυρηνικοί της Τεχεράνης τη χρησιμοποίησαν για να διεκδικήσουν αυξημένο έλεγχο και δικαιώματα επιβολής τελών.
Έτσι, ο Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπος με το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα:
Να έχει πληρώσει το κόστος του πολέμου, χωρίς να έχει λύσει το βασικό πρόβλημα.
Πόλεμος χωρίς καθαρό στόχο
Το σοβαρότερο πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής ήταν ότι οι στόχοι μεταβάλλονταν συνεχώς.
Άλλοτε η Ουάσιγκτον μιλούσε για καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος.
Άλλοτε για εξουδετέρωση των βαλλιστικών πυραύλων.
Άλλοτε για προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Και άλλοτε για αλλαγή καθεστώτος.
Όταν μια υπερδύναμη εισέρχεται σε πόλεμο χωρίς έναν σαφή, περιορισμένο και επιτεύξιμο πολιτικό στόχο, τότε ακόμη και οι στρατιωτικές επιτυχίες κινδυνεύουν να μετατραπούν σε στρατηγική αποτυχία.
Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι δεν θα εμπλέξει τις ΗΠΑ σε νέους «αιώνιους πολέμους». Τώρα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί ακριβώς σε έναν τέτοιο πόλεμο: ακριβό, παρατεταμένο, απρόβλεπτο και χωρίς ασφαλή δρόμο εξόδου.
Το Ιράν επέλεξε τη φθορά
Η Τεχεράνη γνώριζε εξαρχής ότι δεν μπορούσε να νικήσει τις ΗΠΑ σε μια συμβατική αναμέτρηση.
Δεν χρειαζόταν, όμως, να το κάνει.
Αρκούσε να αντέξει.
Να διατηρήσει μέρος των πυραυλικών της δυνατοτήτων, να προκαλεί ανασφάλεια στις διεθνείς αγορές, να απειλεί αμερικανικές εγκαταστάσεις και να αυξάνει σταδιακά το οικονομικό και πολιτικό κόστος για την Ουάσιγκτον.
Αυτή είναι η κλασική στρατηγική της φθοράς: ο ασθενέστερος αντίπαλος δεν επιχειρεί να καταστρέψει τον ισχυρότερο. Προσπαθεί να καταστήσει τη συνέχιση του πολέμου δυσβάστακτη.
Και μέχρι στιγμής, το Ιράν φαίνεται να έχει επιτύχει ακριβώς αυτό.
Οι σύμμαχοι δεν θέλουν να πληρώσουν τον λογαριασμό
Η αμερικανική στρατηγική προκάλεσε ανησυχία ακόμη και σε χώρες που θεωρούν το Ιράν απειλή.
Τα κράτη του Κόλπου δεν επιθυμούν μια μόνιμη ιρανική κυριαρχία στα Στενά του Ορμούζ. Δεν θέλουν, όμως, ούτε μια ανεξέλεγκτη περιφερειακή σύγκρουση που θα πλήξει τις οικονομίες, τις ενεργειακές εγκαταστάσεις και τις πόλεις τους.
Η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να επιβάλει τη δική της λύση δεν δημιούργησε ένα σταθερό μέτωπο συμμάχων. Δημιούργησε αβεβαιότητα, φόβο και δυσπιστία.
Και μια υπερδύναμη που δεν μπορεί να πείσει ούτε τους στενότερους εταίρους της ότι διαθέτει βιώσιμο σχέδιο, δύσκολα μπορεί να εμφανιστεί ως αδιαμφισβήτητος νικητής.
Ο λογαριασμός μεγαλώνει
Το οικονομικό κόστος της στρατιωτικής σύγκρουσης διογκώνεται, ενώ η Ουάσιγκτον καλείται να χρηματοδοτεί επιχειρήσεις, προστασία βάσεων, ναυτικές δυνάμεις και επιπλέον μέτρα ασφαλείας σε ολόκληρη την περιοχή.
Παράλληλα, κάθε απειλή κατά των Στενών του Ορμούζ επηρεάζει τις τιμές της ενέργειας, την ασφάλιση των πλοίων, τις μεταφορές και τελικά την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.
Ο πόλεμος που παρουσιάστηκε ως γρήγορη επίδειξη ισχύος εξελίσσεται σε έναν τεράστιο γεωπολιτικό και οικονομικό λογαριασμό.
Η αλαζονεία της υπερδύναμης
Ο Τραμπ δεν απέτυχε επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν αρκετά αεροπλάνα, πλοία ή πυραύλους.
Απέτυχε επειδή η στρατηγική του στηρίχθηκε στην αλαζονική αντίληψη ότι κάθε πολιτικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί με περισσότερους βομβαρδισμούς.
Υποτίμησε την ανθεκτικότητα του Ιράν.
Υποτίμησε τη σημασία της γεωγραφίας.
Υποτίμησε τον εθνικισμό που γεννά μια ξένη επίθεση.
Και, κυρίως, υποτίμησε τη διαφορά μεταξύ της καταστροφής ενός στόχου και της επίτευξης μιας πολιτικής νίκης.
Το Ιράν δεν νίκησε στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατάφερε, όμως, να μην ηττηθεί.
Και όταν ο ισχυρότερος μπαίνει σε έναν πόλεμο υποσχόμενος γρήγορη και ολοκληρωτική επικράτηση, αλλά τελικά εγκλωβίζεται σε μια ατελείωτη αναμέτρηση, τότε η αντοχή του ασθενέστερου μετατρέπεται σε στρατηγική νίκη.
Ο Τραμπ μπορεί να συνεχίσει να απειλεί, να βομβαρδίζει και να ανακοινώνει νέες «τελικές προθεσμίες».
Όσο, όμως, δεν υπάρχει καθαρός πολιτικός στόχος και ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου, κάθε νέο πλήγμα δεν φέρνει απαραίτητα τη νίκη πιο κοντά.
Μπορεί απλώς να βαθαίνει ακόμη περισσότερο την αποτυχία.

