Η Μέση Ανατολή κρατά ξανά την παγκόσμια οικονομία από τον λαιμό. Ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα, το Ορμούζ, γίνεται για ακόμη μία φορά το σημείο όπου συναντώνται η ενέργεια, η στρατιωτική ισχύς, οι κυρώσεις, η διπλωματία και η πολιτική επίδειξη δύναμης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να προαναγγέλλει συμφωνία με την Τεχεράνη, πιθανώς μέσα στο Σαββατοκύριακο και μάλιστα επί ευρωπαϊκού εδάφους. Δηλώνει ότι τα έγγραφα είναι σχεδόν έτοιμα, ότι πρόκειται για ένα ισχυρό Μνημόνιο Κατανόησης και ότι το Στενό του Ορμούζ θα ανοίξει αμέσως μόλις πέσουν οι υπογραφές.
Όμως η Τεχεράνη δεν σπεύδει να επιβεβαιώσει το αφήγημα της Ουάσιγκτον. Αντιθέτως, το ιρανικό ΥΠΕΞ διαμηνύει ότι οι ΗΠΑ αλλάζουν συνεχώς θέσεις και ότι τίποτα δεν έχει οριστικοποιηθεί. Με άλλα λόγια, ο Τραμπ μιλά σαν να έχει ήδη κλειδώσει η συμφωνία, ενώ το Ιράν μιλά σαν να βρίσκεται ακόμη μέσα σε σκληρή διαπραγμάτευση.
Και εδώ βρίσκεται όλη η ουσία.
Το Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο. Είναι βαλβίδα πίεσης της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Όταν κλείνει ή απειλείται, οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν, οι αγορές νευριάζουν, οι κυβερνήσεις πιέζονται και οι οικονομίες πληρώνουν. Όταν ανοίγει, το μήνυμα είναι αποκλιμάκωση. Όχι απαραίτητα ειρήνη. Αποκλιμάκωση.
Η Ουάσιγκτον θέλει να εμφανίσει την εξέλιξη ως επιτυχία πίεσης: απειλή στρατιωτικών πληγμάτων, ναυτικός αποκλεισμός, συνομιλίες μέσω μεσολαβητών και τελικά συμφωνία. Η Τεχεράνη θέλει να εμφανίσει την ίδια διαδικασία ως απόδειξη ότι δεν υποχώρησε, ότι κράτησε τις «κόκκινες γραμμές» της και ότι οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να διαπραγματευτούν.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο αφηγήματα βρίσκεται η πραγματικότητα: κανείς δεν θέλει γενικευμένη σύρραξη, αλλά κανείς δεν θέλει να φανεί ότι υποχωρεί.
Ο Τραμπ έχει κάθε λόγο να παρουσιάσει την υπόθεση ως προσωπικό διπλωματικό θρίαμβο. Θέλει να δείξει ότι μπορεί να φέρει συμφωνία εκεί όπου οι προηγούμενοι απέτυχαν. Θέλει να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που πιέζει, απειλεί, διαπραγματεύεται και στο τέλος επιβάλλει αποτέλεσμα.
Το Ιράν, από την άλλη, δεν μπορεί να εμφανιστεί στο εσωτερικό του ως χώρα που σύρθηκε σε συμφωνία υπό απειλή βομβαρδισμών. Γι’ αυτό και επιμένει στη ρητορική των «κόκκινων γραμμών», των συνεχών αλλαγών θέσης από τις ΗΠΑ και της μη οριστικοποίησης.
Η εικόνα λοιπόν δεν είναι απλή. Δεν έχουμε ακόμη τελική ειρήνη. Έχουμε ένα διπλωματικό παράθυρο που άνοιξε επειδή το κόστος της σύγκρουσης έγινε πολύ βαρύ για όλους.
Για τις ΗΠΑ, το διακύβευμα είναι να μη φανεί ότι ο ναυτικός αποκλεισμός και οι απειλές δεν απέδωσαν. Για το Ιράν, το διακύβευμα είναι να πάρει οικονομικές και πολιτικές ανάσες χωρίς να εμφανιστεί ταπεινωμένο. Για το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου, το ζήτημα είναι να μη μετατραπεί μια προσωρινή συμφωνία σε κενό ασφαλείας. Για την Ευρώπη, το ζήτημα είναι να μη βρεθεί πάλι μπροστά σε ενεργειακό σοκ.
Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο: η υπόθεση Ορμούζ δείχνει πόσο εύθραυστο είναι το διεθνές σύστημα. Μια απόφαση στην Τεχεράνη, μια ανάρτηση στην Ουάσιγκτον, μια διαρροή από μεσολαβητές, μια φράση του Λευκού Οίκου ή μια διάψευση του ιρανικού ΥΠΕΞ μπορούν να αλλάξουν την τιμή του πετρελαίου, τη στάση των αγορών και τη θερμοκρασία ολόκληρης της περιοχής.
Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή. Η συμφωνία που προαναγγέλλει ο Τραμπ μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε άνοιγμα του Ορμούζ και σε προσωρινή αποκλιμάκωση. Μπορεί όμως και να αποδειχθεί ακόμη ένα επεισόδιο σε ένα μακρύ παζάρι ισχύος, όπου κάθε πλευρά διαρρέει αυτό που τη συμφέρει πριν πέσουν οι υπογραφές.
Μέχρι να υπάρξει επίσημο, κοινό και καθαρό κείμενο συμφωνίας, το μόνο βέβαιο είναι αυτό: το Ορμούζ παραμένει ανοιχτή πληγή της παγκόσμιας σταθερότητας και η διπλωματία παίζεται ακόμη με το δάχτυλο στη σκανδάλη.

