Το ουκρανικό πλήγμα με drone εναντίον ρωσικού δεξαμενόπλοιου σε θαλάσσια περιοχή νοτιοδυτικά της Κρήτης συνιστά ποιοτική κλιμάκωση του πολέμου. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη επεισόδιο στο ουκρανικό μέτωπο, αλλά για την πρώτη καταγεγραμμένη ουκρανική επίθεση εκτός Μαύρης Θάλασσας, σε απόσταση περίπου 2.000 χιλιομέτρων από την ουκρανική επικράτεια. Το γεγονός αυτό μεταφέρει το πεδίο αντιπαράθεσης βαθιά στη Μεσόγειο και εγείρει σοβαρά γεωπολιτικά ερωτήματα.
Την ευθύνη ανέλαβε επισήμως η Υπηρεσία Ασφάλειας της Ουκρανίας (SBU), επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για σχεδιασμένη και στοχευμένη επιχείρηση, υψηλού ρίσκου και υψηλού συμβολισμού.
Γιατί οι Ρώσοι αμφισβητούν ότι το Κίεβο έδρασε μόνο του
Στη ρωσική οπτική, μια επιχείρηση τέτοιας ακτίνας δράσης δεν είναι απλή υπόθεση. Απαιτεί:
- συνεχή παρακολούθηση θαλάσσιων στόχων,
- προηγμένες πληροφορίες για πορεία και χρονισμό,
- τεχνικές δυνατότητες επικοινωνίας και καθοδήγησης drones,
- καθώς και ευρύτερη επιχειρησιακή υποστήριξη.
Για τον λόγο αυτό, στη Μόσχα θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο το Κίεβο να υλοποίησε μόνο του ένα τέτοιο χτύπημα τόσο μακριά από το κύριο θέατρο επιχειρήσεων. Η ανάληψη ευθύνης από την SBU δεν αναιρεί, κατά τη ρωσική εκτίμηση, την πιθανότητα έμμεσης ή άμεσης βοήθειας τρίτων.
Το «βρετανικό αποτύπωμα» στη ρωσική ανάλυση
Ρωσικές πηγές και αναλυτές «βλέπουν» πιθανό ρόλο της Βρετανίας, κυρίως σε επίπεδο:
- τεχνικής τεχνογνωσίας,
- επιχειρησιακού σχεδιασμού,
- ή παροχής κρίσιμων πληροφοριών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, οι οποίες, στη ρωσική στρατηγική σκέψη, αποτελούν υποδομή που θα μπορούσε να στηρίξει επιχειρήσεις μεγάλης ακτίνας στη Μεσόγειο. Χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν άμεση εμπλοκή, η Μόσχα τείνει να αντιμετωπίζει τη Βρετανία ως τον πιο «επιθετικό» δυτικό παίκτη απέναντί της, ακόμη και σε σύγκριση με τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται –πάντα στη ρωσική οπτική– και έμμεση τουρκική συνδρομή, δεδομένης της προηγούμενης εμπειρίας από ουκρανικά χτυπήματα στη Μαύρη Θάλασσα, όπου η Άγκυρα κράτησε στάση αποστασιοποίησης.
Τι μετέφερε το τάνκερ και γιατί ήταν στόχος
Το πλοίο φέρεται να συνδεόταν με τη ρωσική ενεργειακή και ναυτιλιακή αλυσίδα, δηλαδή με τη ζωτική αρτηρία χρηματοδότησης της ρωσικής πολεμικής προσπάθειας. Ανεξαρτήτως του αν ήταν φορτωμένο ή όχι τη συγκεκριμένη στιγμή, το μήνυμα της επίθεσης είναι σαφές:
η Ουκρανία επιχειρεί να δείξει ότι μπορεί να πλήξει ρωσικά συμφέροντα παντού, όχι μόνο στα παραδοσιακά μέτωπα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το χτύπημα αποκτά χαρακτήρα οικονομικού και ψυχολογικού πολέμου, πέρα από τη στενή στρατιωτική του διάσταση.
Φήμες για παρουσία υψηλόβαθμου Ρώσου
Κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι στο πλοίο ενδέχεται να επέβαινε ο Ρώσος στρατηγός Αντρέι Αβεριανόφ, επικεφαλής της Διεύθυνσης Στρατιωτικών Πληροφοριών της Ρωσίας, μαζί με άλλα στελέχη. Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί, ωστόσο η ίδια η διάδοσή τους ενισχύει την αίσθηση ότι το χτύπημα είχε, ενδεχομένως, και διάσταση επιχείρησης υψηλής αξίας στόχου.
Υπάρχει εμπλοκή της Ελλάδας;
Με βάση όσα είναι γνωστά μέχρι στιγμής, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι.
Η Ελλάδα:
- δεν εμπλέκεται επιχειρησιακά,
- δεν παρείχε διευκολύνσεις,
- και δεν συνδέεται με τον σχεδιασμό ή την εκτέλεση της επίθεσης.
Ωστόσο, η εγγύτητα του περιστατικού στην ελληνική γεωγραφία δημιουργεί αντικειμενικά πολιτική και διπλωματική ευαισθησία.
Το τουρκικό προηγούμενο και η προειδοποίηση προς την Αθήνα
Δεν περνά απαρατήρητο από τη Μόσχα ότι, στο παρελθόν, η Τουρκία δεν καταδίκασε ουκρανικά χτυπήματα κατά ρωσικών τάνκερ κοντά στις ακτές της. Αυτό προκάλεσε ρωσική δυσαρέσκεια και δείχνει ότι η Ρωσία αξιολογεί πλέον πολύ προσεκτικά τη στάση των παράκτιων κρατών.
Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι σαφές:
σε περίπτωση ανάλογου περιστατικού κοντά στην ελληνική επικράτεια, η Αθήνα οφείλει να διαθέτει έτοιμο, καθαρό και άμεσο μήνυμα, που να ξεκαθαρίζει τη θέση της χωρίς ασάφειες. Σε περιόδους υψηλής γεωπολιτικής έντασης, ακόμη και η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί λανθασμένα.
Το ουκρανικό χτύπημα νοτιοδυτικά της Κρήτης δεν είναι ένα μεμονωμένο συμβάν. Είναι ένδειξη ότι ο πόλεμος απλώνεται γεωγραφικά, ότι τα ενεργειακά και ναυτιλιακά δίκτυα μπαίνουν στο στόχαστρο και ότι η Μεσόγειος παύει να θεωρείται «ουδέτερη ζώνη». Για την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αποφυγή εμπλοκής, αλλά και η έγκαιρη, καθαρή διπλωματική τοποθέτηση, ώστε να μην καταστεί –έστω και άθελά της– μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού παιχνιδιού.



