Ένας από τους Αγίους που τιμούμε σήμερα, αγαπητοί μου φίλοι, είναι ο Άγιος Υπάτιος, ένας μεγάλος ιεράρχης και θαυματουργός της Εκκλησίας μας.
Ο Άγιος Υπάτιος καταγόταν από την Κιλικία και υπήρξε επίσκοπος στις Γάγγρες. Έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το έτος 325 μ.Χ., μαζί με τους 318 Θεοφόρους Πατέρες. Ήταν άνθρωπος πλήρης Πνεύματος Αγίου, αγωνιστής, υπομονετικός στους πειρασμούς και δοξασμένος από τον Θεό με πλήθος θαυμάτων.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματα του Αγίου είναι και το ακόλουθο:
Όταν βασίλευε ο Κωνστάντιος, γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ένα τεράστιο φίδι, κυριολεκτικά ένας «δράκος», εισήλθε στα βασιλικά ταμεία, εκεί όπου φυλασσόταν ο χρυσός της χώρας, και έφτιαξε τη φωλιά του δίπλα στην είσοδο. Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει και ο βασιλιάς βρισκόταν σε μεγάλη αμηχανία και θλίψη.
Τότε κάλεσε τον μακάριο Υπάτιο. Μόλις τον είδε, τον υποδέχθηκε με σεβασμό και του εξήγησε τι είχε συμβεί. Ο Άγιος του απάντησε:
«Όσο μου είναι δυνατόν, βασιλιά μου, και με τη συνέργεια του Θεού, θα κάνω αυτό που μου ζητάς. Μη στενοχωριέσαι, γιατί τα αδύνατα στους ανθρώπους είναι δυνατά στον Θεό».
Όταν ο βασιλιάς τον είδε να πλησιάζει το φοβερό θηρίο, του είπε με αγωνία να μην τολμήσει χωρίς προφυλάξεις. Ο Άγιος όμως του αποκρίθηκε:
«Η δική μου προσευχή δεν έχει καμία δύναμη από μόνη της. Έχε πίστη στον Θεό, και Εκείνος θα φανερώσει τη μεγάλη και αήττητη δύναμή Του».
Έπεσε τότε γονατιστός και προσευχήθηκε θερμά. Έπειτα ζήτησε να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά στο μέσον της πλατείας, κοντά στη στήλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και να περιμένουν εκεί μέχρι να φθάσει.
Κατόπιν, ο Άγιος άνοιξε μόνος του τις θύρες των βασιλικών ταμείων. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν απομακρυνθεί έντρομοι και παρακολουθούσαν από μακριά. Πλησίασε το θηρίο και το χτύπησε με τη ράβδο που κρατούσε, χωρίς όμως αρχικά αποτέλεσμα.
Πέρασαν ώρες και ο κόσμος πίστευε πως ο Άγιος είχε θανατωθεί. Εκείνος όμως, υψώνοντας τα μάτια του στον ουρανό και επικαλούμενος τον Κύριο, έβαλε τη ράβδο στο στόμα του δράκου και είπε:
«Στο όνομα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, ακολούθησέ με».
Και τότε το φοβερό φίδι, δαγκώνοντας τη ράβδο, ακολούθησε τον Άγιο σαν υπάκουο ζώο. Ο Υπάτιος διέσχισε όλη τη λεωφόρο, σέρνοντας τη ράβδο και μαζί της τον δράκο, προκαλώντας δέος και κατάπληξη σε όλους. Το θηρίο ήταν τεράστιο, περίπου έξι πήχεις σε μήκος, σύμφωνα με τις διηγήσεις.
Όταν έφθασε μπροστά στην αναμμένη φωτιά, ο Άγιος είπε:
«Στο όνομα του Ιησού Χριστού, που εγώ ο ελάχιστος κηρύττω, μπες μέσα στην πυρκαγιά».
Και τότε ο φοβερός δράκος, υπακούοντας στη φωνή του Αγίου, κύρτωσε το σώμα του και ρίχτηκε μέσα στη φωτιά, όπου και έγινε παρανάλωμα.
Όλοι τότε δόξασαν τον Θεό, που ανέδειξε στις ημέρες τους έναν τόσο μεγάλο άγιο και θαυματουργό. Ο βασιλιάς τίμησε ιδιαιτέρως τον Άγιο Υπάτιο, τον ευχαρίστησε και διέταξε να ζωγραφιστεί η μορφή του σε εικόνα, την οποία και τοποθέτησε στο βασιλικό ταμείο, ώστε να αποτρέπει κάθε κακό.
Όταν ο Άγιος επέστρεψε στην επισκοπή του στις Γάγγρες, οι αιρετικοί Ναβατιανοί, κινούμενοι από φθόνο, του έστησαν ενέδρα σε δύσβατο και στενό τόπο. Κρυμμένοι με ρόπαλα, πέτρες και ξίφη, του επιτέθηκαν ξαφνικά και τον έριξαν σε γκρεμό. Ύστερα κατέβηκαν και συνέχισαν να τον χτυπούν ανελέητα.
Μισοπεθαμένος, αφού τον έριξαν σε παρακείμενο ποτάμι, ο Άγιος άπλωσε τα χέρια του και ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό λέγοντας:
«Κύριε, μη τους καταλογίσεις την αμαρτία αυτή».
Την ώρα εκείνη, μια αμαρτωλή γυναίκα πήρε μια μεγάλη πέτρα και τον χτύπησε στον κρόταφο, δίνοντάς του το τελικό χτύπημα. Έτσι ο Άγιος παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό.
Όμως η θεία δικαιοσύνη δεν άργησε να φανερωθεί. Η γυναίκα εκείνη κυριεύθηκε από πονηρό πνεύμα και άρχισε να χτυπά με την ίδια πέτρα το στήθος της. Το ίδιο συνέβη και στους άλλους φονιάδες, οι οποίοι βασανίζονταν από ακάθαρτα πνεύματα.
Αφού έκρυψαν το λείψανο του Αγίου σε έναν αχυρώνα, έφυγαν έντρομοι. Όταν όμως ο γεωργός μπήκε στον αχυρώνα για να πάρει τροφή για τα ζώα του, άκουσε ουράνιες ψαλμωδίες και κατάλαβε ότι κάτι θαυμαστό είχε συμβεί. Έτρεξε λοιπόν και το ανακοίνωσε στους κατοίκους των Γαγγρών.
Ο λαός συγκεντρώθηκε, θρήνησε τον επίσκοπό του και μετέφερε το άγιο λείψανό του στην πόλη, όπου το έθεσε σε τιμητικό τόπο. Η γυναίκα που τον αποτελείωσε έφθασε αργότερα στον τάφο του, συνεχίζοντας να χτυπά τον εαυτό της με την ίδια πέτρα, αλλά μόλις πλησίασε θεραπεύτηκε. Το ίδιο συνέβη και με τους υπόλοιπους φονιάδες που μετανόησαν.
Από τότε στον τάφο του Αγίου Υπατίου επιτελούνταν πλήθος θαυμάτων, μαρτυρώντας την αγιότητά του και τη δύναμη του Θεού.
Άγιε του Θεού Υπάτιε, πρέσβευε υπέρ ημών

