Ένα κείμενο από τα χρόνια της οικονομικής κρίσης επαναφέρει τη συζήτηση για την αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών, τη δημόσια παιδεία και το δικαίωμα των νέων να ονειρεύονται.
Δεν είναι σημερινή επιστολή, παρότι η πρόσφατη κοινοποίησή της στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να δημιουργήσει αυτή την εντύπωση. Το κείμενο που αποδίδεται στον Κωνσταντίνο Μανίκα, τότε μαθητή της Α΄ Λυκείου στη Δραπετσώνα, είχε ήδη δημοσιευθεί στις 13 Μαΐου 2013, με αφορμή την αντιπαράθεση για τις κινητοποιήσεις των καθηγητών ενόψει των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Η χρονολογία έχει σημασία: οι αναφορές του σε μισθούς, ανεργία και κυβερνητικές αποφάσεις αφορούν εκείνη την περίοδο και δεν αποτελούν σημερινά στοιχεία.
Ωστόσο, πίσω από την οργή της επιστολής βρίσκεται ένα ερώτημα που υπερβαίνει την αφορμή της: ποιος έχει την ευθύνη όταν ένας νέος αισθάνεται πως το μέλλον του στενεύει πριν ακόμη ολοκληρώσει το σχολείο;
Ο μαθητής αντιπαραθέτει στην επίκληση της αγωνίας για τις εξετάσεις τη δική του περιγραφή της οικογενειακής και σχολικής καθημερινότητας. Μιλά για οικονομική πίεση, περικοπές, ελλείψεις και φόβο για την επόμενη ημέρα. Οι καταγγελίες και οι αριθμητικές αναφορές του ανήκουν στην επιχειρηματολογία της επιστολής· δεν χρειάζεται να υιοθετηθούν άκριτα για να γίνει κατανοητό το βασικό της μήνυμα.
Για τον ίδιο, η προοπτική ενός μαθητή δεν κρίνεται μόνο από το αν θα πραγματοποιηθεί κανονικά μία εξέταση. Κρίνεται και από το αν η οικογένειά του μπορεί να τον στηρίξει, αν το σχολείο του προσφέρει ουσιαστική μόρφωση και αν οι σπουδές ανοίγουν δρόμους προς μια αξιοπρεπή ζωή.
Η αγωνία για τους μαθητές απαιτεί συνέπεια
Η επιστολή στρέφεται ιδιαίτερα απέναντι στην πολιτική και δημοσιογραφική αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών ως υπευθύνων για την αναστάτωση της μαθητικής ζωής. Ο συντάκτης της αρνείται να δει τον καθηγητή αποκλειστικά ως εργαζόμενο του οποίου η διαμαρτυρία προκαλεί προβλήματα. Τον αντιμετωπίζει ως άνθρωπο που διδάσκει και με τη στάση του: με τον αυτοσεβασμό, την αλληλεγγύη και τη διεκδίκηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή κινητοποίησης βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Οι συνέπειες για τους μαθητές και τις οικογένειές τους χρειάζονται σοβαρή συζήτηση. Αλλά η συζήτηση γίνεται υποκριτική όταν εξετάζει μόνο την αναστάτωση μιας απεργίας και αφήνει έξω τις συνθήκες που την προκάλεσαν.
Όποιος επικαλείται το συμφέρον των παιδιών οφείλει να ενδιαφέρεται με την ίδια ένταση για τη λειτουργία του σχολείου σε ολόκληρη τη διάρκεια της χρονιάς. Για την επάρκεια των εκπαιδευτικών, τις υποδομές, την υποστήριξη όσων δυσκολεύονται και τις ανισότητες που μεταφέρονται από το οικογενειακό εισόδημα στη σχολική αίθουσα.
Στο τέλος του κειμένου, ο μαθητής εξηγεί ότι παραθέτει τους βαθμούς του για να αποκρούσει την κατηγορία πως διαμαρτύρεται απλώς για να χάσει μάθημα. Εδώ βρίσκεται και μία ακόμη ουσιαστική πλευρά της υπόθεσης: κανένας μαθητής δεν χρειάζεται πιστοποιητικό αριστείας για να δικαιούται δημόσιο λόγο. Η φωνή ενός παιδιού αξίζει να ακούγεται ανεξάρτητα από τη βαθμολογία του.
Όπως και καμία τίμια εργασία δεν είναι αποτυχία. Το πρόβλημα δεν είναι ένα επάγγελμα, αλλά η προοπτική μιας ζωής χωρίς επιλογές, εργασιακή ασφάλεια και δίκαιη αμοιβή.
Η επιστολή του 2013 αξίζει να διαβάζεται με τη σωστή ημερομηνία και με κριτική σκέψη. Το ερώτημά της, όμως, παραμένει απαιτητικό: όταν ζητάμε από τους νέους προσπάθεια, υπομονή και υπευθυνότητα, ποια αντίστοιχη ευθύνη αναλαμβάνουμε εμείς για τις δυνατότητες που τους προσφέρουμε;

