Η πρώτη επικοινωνία Πούτιν–Ερντογάν μετά από μήνες και η αμέσως επόμενη συνάντηση Ερντογάν–Ζελένσκι στην Κωνσταντινούπολη δεν ήταν μια απλή διπλωματική αλληλουχία. Ήταν μια συμπυκνωμένη εικόνα του νέου γεωπολιτικού δράματος: η Μόσχα πιέζει, η Άγκυρα ελίσσεται και το Κίεβο σπεύδει να μη βρεθεί έξω από το παζάρι της επόμενης ημέρας.
Η τηλεφωνική συνομιλία του Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και η σχεδόν ακαριαία εμφάνιση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στην Κωνσταντινούπολη αποκαλύπτουν κάτι βαθύτερο από μια σειρά επαφών κορυφής. Αποκαλύπτουν ότι η Τουρκία έχει μετατραπεί ξανά σε νευραλγικό κόμβο του πολέμου, όχι επειδή μπορεί να τον σταματήσει, αλλά επειδή μπορεί να επηρεάσει το πεδίο των ισορροπιών ανάμεσα στη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Δύση και τη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική της περιοχής.
Σε αυτή τη σκακιέρα, ο Πούτιν δεν τηλεφωνεί για φιλοφρονήσεις. Τηλεφωνεί για να υπενθυμίσει ποια είναι τα ρωσικά νεύρα που θεωρεί αδιαπραγμάτευτα: Μαύρη Θάλασσα, ενεργειακές ροές, στρατηγικό βάθος, τουρκική «πειθαρχία» στα όρια που επιβάλλει η Μόσχα. Και ο Ερντογάν, από την άλλη, επιχειρεί το γνώριμο αλλά όλο και πιο επικίνδυνο παιχνίδι του: να μιλά και με τον έναν και με τον άλλον, να μη σπάει με κανέναν, αλλά να κερδίζει από όλους. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη φορά το σχοινί δεν είναι απλώς τεντωμένο. Είναι σχεδόν έτοιμο να κοπεί.
Ο Πούτιν δεν ζήτησε διάλογο, ζήτησε λογαριασμό
Η ουσία της ρωσικής πίεσης δεν κρύβεται στις διπλωματικές διατυπώσεις αλλά σε αυτό που εκπέμπει πολιτικά η Μόσχα: η Ρωσία βλέπει τη Μαύρη Θάλασσα και τους διαδρόμους ενέργειας ως πεδίο στρατηγικής επιβίωσης. Όταν, λοιπόν, ο Πούτιν επανέρχεται στον Ερντογάν ύστερα από μακρά σιωπή, δεν το κάνει για να διαπιστώσει απλώς αν η Άγκυρα διατηρεί τον ρόλο του μεσολαβητή. Το κάνει για να ελέγξει αν η Τουρκία παραμένει διαχειρίσιμη.
Το ρωσικό μήνυμα ήταν σαφές: οι υποδομές που αφορούν τη ροή ενέργειας και η ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας δεν είναι τεχνικά ζητήματα αλλά κόκκινες γραμμές. Στη ρωσική ανάγνωση, οποιαδήποτε απειλή γύρω από τους αγωγούς ή τη θαλάσσια ισορροπία δεν είναι απλώς ένα πολεμικό επεισόδιο. Είναι πρόκληση κατά του ίδιου του μηχανισμού με τον οποίο η Μόσχα συνεχίζει να παράγει ισχύ, έσοδα και γεωπολιτική επιρροή.
Ο θυμός του Πούτιν δεν αφορά μόνο το παρόν. Αφορά κυρίως την υποψία ότι η Τουρκία, ενώ διατηρεί ανοιχτές τις γέφυρες με τη Ρωσία, ταυτόχρονα φιλοξενεί, αντέχει ή ενθαρρύνει μια δυναμική που μπορεί να εξυπηρετεί τα ουκρανικά και δυτικά συμφέροντα στην ίδια ακριβώς ζώνη που η Μόσχα θεωρεί δικό της στρατηγικό προαύλιο.
Η Άγκυρα παίζει σε δύο ταμπλό, αλλά το κέρδος λιγοστεύει
Ο Ερντογάν έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στην τακτική του ελεγχόμενου διπλού παιχνιδιού. Δεν κόβει τους δεσμούς με τη Μόσχα, γιατί η Τουρκία χρειάζεται τη ρωσική σχέση σε ενέργεια, εμπόριο, Συρία, τουρισμό και περιφερειακή διαπραγμάτευση. Δεν εγκαταλείπει όμως και την Ουκρανία, γιατί χρειάζεται να παραμένει χρήσιμος στη Δύση, να εμφανίζεται ως δυνητικός μεσολαβητής και να συντηρεί τη γεωπολιτική του υπεραξία.
Αυτό το μοντέλο λειτούργησε όσο η ασάφεια ήταν χρήσιμη σε όλους. Τώρα όμως η ασάφεια αρχίζει να κοστίζει. Η Ρωσία δεν ζητά πια απλώς μια Τουρκία που «δεν θα πάει πολύ μακριά». Ζητά μια Τουρκία που θα αποδείξει εμπράκτως ότι δεν θα επιτρέψει να διαμορφωθεί στη Μαύρη Θάλασσα καθεστώς εχθρικό προς τα ρωσικά συμφέροντα. Από την άλλη πλευρά, η Ουκρανία δεν αρκείται σε χειραψίες και φωτογραφίες. Θέλει να ξέρει αν η Άγκυρα είναι απλώς οικοδεσπότης συνομιλιών ή παράγοντας που μπορεί να κρατήσει ζωντανές ισορροπίες υπέρ του Κιέβου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η γεωπολιτική παγίδα του Ερντογάν. Όσο προσπαθεί να μείνει στο κέντρο του τραπεζιού, τόσο αυξάνεται η πίεση και από τα δύο άκρα. Η ρωσική πλευρά απαιτεί αποδείξεις αυτοσυγκράτησης. Η ουκρανική πλευρά απαιτεί αποδείξεις αξιοπιστίας. Και η Άγκυρα καλείται να δείξει και στα δύο μέτωπα ότι παραμένει αναγκαία, χωρίς να γίνει ύποπτη και στους δύο.
Γιατί εμφανίστηκε αμέσως ο Ζελένσκι στην Κωνσταντινούπολη
Η συνάντηση με τον Ζελένσκι, αμέσως μετά την επικοινωνία με τον Πούτιν, είχε βαρύ συμβολισμό ακόμη κι αν δεν οργανώθηκε ως «πανικός» της τελευταίας στιγμής. Η ουσία δεν αλλάζει: το Κίεβο ήξερε ότι δεν μπορούσε να αφήσει τη ρωσοτουρκική γραμμή να μείνει χωρίς άμεση ουκρανική απάντηση.
Ο Ζελένσκι πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να πετύχει τρία πράγματα. Πρώτον, να διασφαλίσει ότι η Τουρκία δεν θα γλιστρήσει σε μια σιωπηρή αποδοχή ρωσικών όρων για τη Μαύρη Θάλασσα. Δεύτερον, να κρατήσει την Άγκυρα ενεργή μέσα σε ένα πλαίσιο συνομιλιών όπου η Ουκρανία δεν θα εμφανίζεται ως απλός αποδέκτης αποφάσεων τρίτων. Τρίτον, να ενισχύσει την αίσθηση ότι η Τουρκία, όσο κι αν συνομιλεί με τη Μόσχα, παραμένει και συνομιλητής του Κιέβου με πραγματικό στρατηγικό βάρος.
Με άλλα λόγια, ο Ζελένσκι δεν πήγε απλώς να συναντήσει τον Ερντογάν. Πήγε να μπλοκάρει το ενδεχόμενο μιας μονομερούς τουρκορωσικής συνεννόησης πάνω σε ζητήματα που αφορούν το μέλλον του πολέμου, της ναυσιπλοΐας, των ενεργειακών διαδρομών και των όρων της επόμενης διαπραγμάτευσης.
Η Μαύρη Θάλασσα δεν είναι πια περιφέρεια του πολέμου αλλά η καρδιά του
Για πολλούς μήνες, το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινής γνώμης στρεφόταν κυρίως στα χερσαία μέτωπα, στις φθορές, στις αντεπιθέσεις, στις γραμμές άμυνας. Όμως η πραγματική γεωπολιτική μάχη διεξάγεται όλο και περισσότερο στη θαλάσσια και ενεργειακή διάσταση του πολέμου. Η Μαύρη Θάλασσα είναι ταυτόχρονα εμπορικός διάδρομος, στρατιωτικό πεδίο, ενεργειακή αρτηρία και γεωοικονομικός μοχλός πίεσης.
Αυτό σημαίνει ότι όποιος επηρεάζει τη συμπεριφορά της Τουρκίας επηρεάζει ένα κομμάτι του συνολικού ισοζυγίου. Και όποιος νομίζει ότι η Άγκυρα μπορεί επ’ άπειρον να κρατά τον ρόλο του επιδέξιου εκκρεμούς, μάλλον υποτιμά τη βαρύτητα των νέων συσχετισμών.
Η Ρωσία βλέπει την Τουρκία ως τον απαραίτητο γείτονα που δεν πρέπει να περάσει στο απέναντι στρατόπεδο. Η Ουκρανία βλέπει την Τουρκία ως τον κρίσιμο ενδιάμεσο που δεν πρέπει να μετατραπεί σε βαλβίδα εκτόνωσης των ρωσικών πιέσεων. Η Δύση βλέπει την Τουρκία ως αναγκαίο αλλά δύσκολο σύμμαχο. Και η ίδια η Άγκυρα βλέπει τον εαυτό της ως δύναμη-κόμβο. Το πρόβλημα είναι ότι όταν όλοι σε θεωρούν κόμβο, όλοι απαιτούν και προτεραιότητα.
Οι ρωσοτουρκικές σχέσεις δεν σπάνε, αλλά βαραίνουν
Θα ήταν επιπόλαιο να μιλήσει κανείς για άμεση ρήξη Μόσχας–Άγκυρας. Η σχέση τους είναι πολύ πιο σύνθετη, πολύ πιο συμφεροντολογική και πολύ πιο ανθεκτική από τις καθημερινές εντάσεις της επικαιρότητας. Ωστόσο, θα ήταν εξίσου επιπόλαιο να θεωρηθεί ότι όλα βαίνουν καλώς.
Οι σχέσεις Ρωσίας και Τουρκίας δεν λειτουργούν πλέον στη λογική της σχετικής άνεσης. Λειτουργούν στη λογική της διαρκούς δοκιμής. Κάθε νέο επεισόδιο, κάθε νέα πίεση, κάθε νέα συνάντηση κορυφής επαναφέρει το ίδιο ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η Άγκυρα χωρίς να εξοργίσει τη Μόσχα και μέχρι πού μπορεί να συνεννοείται με τη Μόσχα χωρίς να χάσει το διπλωματικό της κεφάλαιο απέναντι στη Δύση και στην Ουκρανία;
Η απάντηση γίνεται ολοένα και πιο δυσάρεστη για τον Ερντογάν. Η περίοδος του άνετου ελιγμού τελειώνει. Η περίοδος της ακριβής ισορροπίας έχει αρχίσει. Και σε τέτοιες περιόδους, ένα λάθος βήμα δεν κοστίζει απλώς σε κύρος. Κοστίζει σε στρατηγική θέση.
Το πραγματικό μήνυμα πίσω από τις δύο κινήσεις
Το δίδυμο «τηλεφώνημα Πούτιν – συνάντηση Ζελένσκι» δεν είναι μια τυχαία αλληλουχία της διπλωματικής καθημερινότητας. Είναι η πιο καθαρή φωτογραφία της νέας φάσης του πολέμου. Η Ρωσία πιέζει για έλεγχο των όρων του περιφερειακού παιχνιδιού. Η Ουκρανία αντιδρά για να μη βρεθεί εκτός της εξίσωσης. Και η Τουρκία πασχίζει να διατηρήσει τον ρόλο του ρυθμιστή, ενώ γύρω της στενεύει ο κλοιός.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν ο Πούτιν «μάλωσε» τον Ερντογάν ή αν ο Ζελένσκι πήγε «τρέχοντας» στην Κωνσταντινούπολη. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι και οι δύο έσπευσαν να τον έχουν απέναντί τους σχεδόν ταυτόχρονα. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι η Τουρκία παραμένει κομβική. Αλλά αποδεικνύει και κάτι ακόμη: όταν όλοι θέλουν να σε χρησιμοποιήσουν ως γέφυρα, αργά ή γρήγορα σε τραβούν από αντίθετες πλευρές.
Και τότε η γέφυρα παύει να είναι γέφυρα. Γίνεται ρήγμα.

