Αν ο Χριστιανισμός δεν αναγνωρίζεται πλέον από το έλεος, τη συγχώρεση και την αγκαλιά προς τον άνθρωπο, τότε δεν μιλάμε για κρίση εικόνας, αλλά για βαθιά κρίση ουσίας.
Υπάρχουν στιγμές που το πιο σκληρό ερώτημα δεν στρέφεται εναντίον των πολέμιων μιας πίστης, αλλά εναντίον των ίδιων των φορέων της. Και σήμερα το ερώτημα είναι αμείλικτο: πώς γίνεται μια θρησκεία που ύψωσε ως υπέρτατη εντολή την αγάπη, να εμφανίζεται τόσο συχνά δημόσια με το πρόσωπο της καταγγελίας, της απόρριψης και της ηθικής αλαζονείας; Αν αυτή η αντίφαση δεν προκαλεί ανησυχία, τότε το πρόβλημα είναι ήδη βαθύτερο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχθούμε.
Ο Χριστιανισμός δεν γεννήθηκε για να υπηρετήσει την αυστηρότητα των ισχυρών ούτε για να νομιμοποιεί την ψυχρότητα απέναντι στον άνθρωπο. Η ιστορική και πνευματική του τομή ήταν ακριβώς η ανατροπή αυτής της λογικής. Η αξία του δεν βρισκόταν στην απειλή, αλλά στη συγχώρεση. Δεν βρισκόταν στην επίδειξη ηθικής υπεροχής, αλλά στη συντριβή του εγώ μπροστά στον πόνο του άλλου. Δεν βρισκόταν στην εύκολη καταδίκη, αλλά στη δύσκολη επιλογή της αγάπης.
Κι όμως, σε όλο και περισσότερες εκφάνσεις της δημόσιας θρησκευτικής ζωής, αυτό που ακούγεται δεν είναι η παρηγοριά, αλλά η επίπληξη. Δεν είναι η διάθεση σωτηρίας, αλλά η εμμονή στον διαχωρισμό. Δεν είναι η μέριμνα για τον πληγωμένο άνθρωπο, αλλά η βολική αυστηρότητα απέναντι σε όποιον περισσεύει, διαφέρει ή ενοχλεί. Έτσι όμως η πίστη παύει να είναι φως και γίνεται μηχανισμός πειθαρχίας. Παύει να είναι πρόσκληση και γίνεται φράχτης.
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο της εποχής. Όχι ότι ο σύγχρονος κόσμος αμφισβητεί τις Εκκλησίες. Αλλά ότι πολλές φορές οι ίδιες οι Εκκλησίες μοιάζουν να αμφισβητούν, στην πράξη, τον πυρήνα του ίδιου τους του μηνύματος. Διότι όταν η αγάπη υποχωρεί και στη θέση της εγκαθίσταται η σκληρότητα, τότε δεν έχουμε απλώς αλλοίωση ύφους. Έχουμε παραχάραξη ταυτότητας.
Η επίκληση της παράδοσης δεν αρκεί, όταν η παράδοση απογυμνώνεται από το ήθος της. Η αναφορά στην αλήθεια δεν αρκεί, όταν η αλήθεια εκφωνείται χωρίς έλεος. Η υπεράσπιση της πίστης δεν αρκεί, όταν η πίστη χρησιμοποιείται ως όπλο εναντίον του ανθρώπου. Γιατί τότε εκείνο που απομένει δεν είναι το Ευαγγέλιο της αγάπης, αλλά ένα άκαμπτο περίβλημα εξουσίας, φόβου και αυτάρεσκης καθαρότητας.
Η σύγκριση με παλαιότερες εντολές και με τον ίδιο τον αξιακό πυρήνα της χριστιανικής διδασκαλίας είναι πράγματι σοκαριστική. Όχι επειδή αποκαλύπτει μια απλή απόκλιση. Αλλά επειδή φωτίζει μια οδυνηρή αλήθεια: ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν συντελέστηκε πρόοδος στην πνευματική συνείδηση, αλλά μια μορφή εσωτερικού πισωγυρίσματος. Σαν να κρατήσαμε το όνομα και χάσαμε το περιεχόμενο. Σαν να διατηρήσαμε το σχήμα και προδώσαμε την ουσία.
Και εδώ βρίσκεται η πιο βαριά ευθύνη. Όχι στους αδιάφορους. Όχι στους αμφισβητίες. Αλλά σε όσους μιλούν εξ ονόματος της αγάπης χωρίς να την ασκούν. Σε όσους επικαλούνται τον Χριστό, αλλά δυσφορούν μπροστά στη ριζοσπαστική απαίτηση του λόγου Του. Διότι η αγάπη, όταν είναι αληθινή, δεν κολακεύει την εξουσία, δεν υπηρετεί τον αποκλεισμό, δεν στήνει δικαστήρια καθαρότητας.
Αν λοιπόν ο Χριστιανισμός θέλει να ξαναμιλήσει πειστικά στον κόσμο, δεν χρειάζεται περισσότερο θόρυβο, περισσότερη καταγγελία ή περισσότερη ηθική έπαρση. Χρειάζεται επιστροφή στην πιο δύσκολη, αλλά και μόνη αληθινή του εντολή. Στην αγάπη που δεν διαφημίζεται, αλλά σκύβει. Που δεν αφορίζει, αλλά θεραπεύει. Που δεν θριαμβολογεί, αλλά σταυρώνεται.
Γιατί από τη στιγμή που η πίστη παύει να αναγνωρίζεται από την αγάπη της, αρχίζει να μοιάζει όχι με σωτηρία, αλλά με απομεινάρι εξουσίας που έχασε την ψυχή του.

