Τον Ιούλιο του 2003, ο κόσμος παρακολουθούσε το βίαιο τέλος του Ουντέι και του Κουσάι Χουσεΐν στη Μοσούλη. Οι δύο πιο διαβόητοι γιοι του Σαντάμ δεν έπεσαν απλώς ως φυγάδες ενός καθεστώτος που είχε καταρρεύσει. Ο θάνατός τους συμβόλιζε το τέλος μιας οικογενειακής δυναστείας που κυβέρνησε το Ιράκ μέσα από την ωμή βία, την παράνοια της απόλυτης εξουσίας και την καλλιέργεια του τρόμου ως κρατικής μεθόδου.
Ο Ουντέι και ο Κουσάι δεν ήταν τυχαία πρόσωπα της εξουσίας. Ήταν παιδιά που γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν μέσα σε έναν μηχανισμό που από νωρίς τους δίδαξε ότι η πίστη δεν είναι ηθική αξία αλλά όρος επιβίωσης. Ο Ουντέι γεννήθηκε το 1964 και ο Κουσάι το 1966, σε μια περίοδο όπου ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν είχε ακόμη αναδειχθεί επίσημα στην κορυφή, αλλά ήδη έχτιζε την κυριαρχία του μέσα από το κόμμα Μπάαθ, τις υπηρεσίες ασφαλείας και τη συστηματική εξόντωση κάθε αντιπάλου.
Όταν ο Σαντάμ ανέλαβε επίσημα την προεδρία το 1979, το μήνυμα προς όλο το Ιράκ ήταν ανατριχιαστικά καθαρό. Η εξουσία του δεν θα στηριζόταν ούτε στη συναίνεση ούτε στη νομιμοποίηση, αλλά στον φόβο. Η περιβόητη κομματική σύσκεψη με τις δημόσιες καταγγελίες, τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις ανώτερων στελεχών αποκάλυψε τον πυρήνα του καθεστώτος: όποιος δεν υποτάσσεται, εξαφανίζεται. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσαν οι δύο γιοι του. Σε παλάτια και προστατευμένα συγκροτήματα, περικυκλωμένοι από φρουρούς, πολυτέλεια και απόλυτη βεβαιότητα ότι το κράτος ταυτίζεται με την οικογένειά τους.
Ο Ουντέι εξελίχθηκε στη θορυβώδη, ακραία και βίαιη όψη του καθεστώτος. Επιθετικός, αλαζονικός και απρόβλεπτος, αγάπησε τη χλιδή, την επίδειξη και τον δημόσιο εξευτελισμό όσων βρίσκονταν κάτω από αυτόν. Δεν αρκούνταν στην ισχύ· ήθελε να τη βλέπουν όλοι. Όταν ανέλαβε την Ιρακινή Ολυμπιακή Επιτροπή και την ποδοσφαιρική ομοσπονδία, ο αθλητισμός μετατράπηκε σε ακόμα έναν μηχανισμό τιμωρίας. Αθλητές που έχαναν, δεν αντιμετώπιζαν απλώς την αποτυχία. Αντιμετώπιζαν ξυλοδαρμούς, φυλακίσεις, εξευτελισμό. Ο Ουντέι δεν διοικούσε οργανισμούς· διοικούσε πεδία τρόμου.
Ο Κουσάι, αντίθετα, δεν χρειαζόταν θεατρικότητα. Ήταν πιο ψυχρός, πιο σιωπηλός, πιο μεθοδικός. Δεν τον ενδιέφερε να κυριαρχεί δημοσίως, αλλά να ελέγχει αθόρυβα το εσωτερικό νευρικό σύστημα του καθεστώτος. Μέσα από τη Δημοκρατική Φρουρά και την Ειδική Οργάνωση Ασφαλείας, ο Κουσάι χτίστηκε ως ο άνθρωπος της εσωτερικής καταστολής, της επιτήρησης, της επιβίωσης του καθεστώτος απέναντι σε κάθε εσωτερική απειλή. Αν ο Ουντέι ήταν το πρόσωπο της αυθαιρεσίας, ο Κουσάι ήταν η ψυχρή μηχανή που εξασφάλιζε ότι ο φόβος θα λειτουργεί αδιάκοπα.
Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991 αποκάλυψε για πρώτη φορά τη βαθιά ευαλωτότητα του συστήματος Σαντάμ. Η ήττα στο Κουβέιτ και οι εξεγέρσεις Σιιτών στον νότο και Κούρδων στον βορρά έφεραν το καθεστώς αντιμέτωπο με τον κίνδυνο αποσύνθεσης. Η απάντηση ήταν αμείλικτη. Τανκς, ελικόπτερα, βομβαρδισμοί, μαζική καταστολή. Χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, όχι επειδή απείλησαν στρατιωτικά το καθεστώς, αλλά επειδή τόλμησαν να πιστέψουν ότι αυτό μπορούσε να πέσει. Σε εκείνη τη φάση, ο Κουσάι έπαιξε κομβικό ρόλο στον συντονισμό της βίαιης αντίδρασης του κρατικού μηχανισμού.
Έτσι, οι δύο γιοι του Σαντάμ δεν ήταν απλώς κληρονόμοι εξουσίας. Ήταν τα οργανικά τέκνα ενός συστήματος που παρήγε βία ως κανονικότητα. Ο ένας ενσάρκωνε την ωμή, σαδιστική προβολή της δύναμης. Ο άλλος την ψυχρή, εσωτερική αρχιτεκτονική της καταστολής. Και οι δύο, όμως, ήταν προϊόντα του ίδιου πατέρα και του ίδιου κράτους-εφιάλτη.
Όταν σκοτώθηκαν στη Μοσούλη, δεν τελείωσε μόνο η ζωή δύο διαβόητων ανδρών. Έκλεισε ένας αιματοβαμμένος κύκλος οικογενειακής εξουσίας που πίστεψε πως μπορεί να κυβερνά για πάντα έναν λαό τρομοκρατημένο. Ο Ουντέι και ο Κουσάι έζησαν ως πρίγκιπες του φόβου και πέθαναν ως απομεινάρια μιας δυναστείας που έμαθε να υπάρχει μόνο όσο οι άλλοι έτρεμαν.

