Η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει ως «άλμα ισχύος» μια συμφωνία που, στην ουσία της, δεν είναι νέα αγορά μαχητικών αλλά το απαραίτητο πακέτο για να μπορέσουν να σταθούν επιχειρησιακά τα Eurofighter που έχει ήδη δρομολογήσει. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι υπέγραψε τώρα με το Ηνωμένο Βασίλειο. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί βιάζεται τόσο πολύ να χτίσει από τώρα μηχανισμό εκπαίδευσης και υποστήριξης.
Τι ισχύει
Η νέα συμφωνία ανάμεσα στην Άγκυρα και το Λονδίνο αφορά εκπαίδευση, τεχνική υποστήριξη και συντήρηση για το πρόγραμμα των Eurofighter. Δεν πρόκειται για νέα προμήθεια αεροσκαφών, αλλά για το επόμενο βήμα ενός ήδη διαμορφωμένου εξοπλιστικού πλαισίου.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία επιδιώκει να αποκτήσει όχι μόνο τα αεροσκάφη, αλλά και την αναγκαία επιχειρησιακή βάση για να τα εντάξει γρήγορα στην αεροπορική της δομή. Εκπαίδευση πιλότων, κατάρτιση τεχνικών, διαδικασίες συντήρησης, υποδομές υποστήριξης, εφοδιαστική αλυσίδα, ανταλλακτικά και προσομοιωτές: όλα αυτά είναι το πραγματικό περιεχόμενο της συμφωνίας.
Με απλά λόγια, η Τουρκία δεν αγοράζει απλώς «σίδερο». Προσπαθεί να αγοράσει χρόνο, ετοιμότητα και λειτουργική ένταξη.
Τι δεν αποδεικνύεται
Δεν έχει αποδειχθεί, με τρόπο καθαρό και αδιαμφισβήτητο, ότι το Κατάρ και το Ομάν έχουν ήδη αποφασίσει να μην τηρήσουν χρονοδιάγραμμα παράδοσης αεροσκαφών προς την Τουρκία εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν. Αυτό παρουσιάζεται ως πιθανότητα, ως φόβος ή ως εκτίμηση, αλλά όχι ως πλήρως επιβεβαιωμένο γεγονός.
Υπάρχει σαφώς τουρκικό ενδιαφέρον για ενδιάμεσες λύσεις μέσω μεταχειρισμένων Eurofighter από τρίτες χώρες. Υπάρχει επίσης προφανής ανησυχία ότι η αποσταθεροποίηση στην περιοχή μπορεί να επηρεάσει αποφάσεις, προτεραιότητες και παραδόσεις. Όμως άλλο πράγμα η ανησυχία και άλλο η τεκμηριωμένη βεβαιότητα.
Άρα, το να λέγεται πως Κατάρ και Ομάν «δεν θέλουν» ή «αρνούνται» να τηρήσουν το χρονοδιάγραμμα είναι, προς το παρόν, περισσότερο πολιτικο-στρατηγική ανάγνωση παρά αποδεδειγμένο γεγονός.
Τι φοβάται πραγματικά η Τουρκία
Η Τουρκία φοβάται ότι θα βρεθεί μπροστά σε ένα επικίνδυνο επιχειρησιακό κενό. Δηλαδή ότι θα έχει εξασφαλίσει ένα εξοπλιστικό σχέδιο για το μέλλον, αλλά δεν θα έχει αρκετή αεροπορική ισχύ στο παρόν.
Αυτός είναι ο πυρήνας της αγωνίας της Άγκυρας. Τα νέα αεροσκάφη δεν έρχονται άμεσα. Χρειάζονται χρόνος, διαδικασίες, υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό. Γι’ αυτό η Τουρκία κινείται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: από τη μία κλειδώνει την κύρια συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο και από την άλλη ψάχνει ενδιάμεσες λύσεις ώστε να γεφυρώσει το κενό των επόμενων ετών.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πραγματικός φόβος: μήπως το μεταβατικό σχήμα δεν προχωρήσει όπως το σχεδίαζε. Μήπως οι περιφερειακές αναταράξεις, ο πόλεμος, οι αναθεωρήσεις προτεραιοτήτων από χώρες του Κόλπου ή οι ίδιες οι ανάγκες των κρατών που διαθέτουν τα αεροσκάφη, καθυστερήσουν ή μπλοκάρουν αυτή τη γέφυρα.
Η Άγκυρα, με άλλα λόγια, δεν ανησυχεί απλώς για το αν θα πάρει Eurofighter. Ανησυχεί για το πότε θα τα έχει σε πραγματικά επιχειρησιακή μορφή, με ανθρώπους εκπαιδευμένους, τεχνική επάρκεια και αριθμούς ικανούς να παράγουν ισχύ.
Η νέα συμφωνία Τουρκίας–Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι ο θρίαμβος που προσπαθεί να πουλήσει η Άγκυρα. Είναι η ομολογία ότι χωρίς εκπαίδευση, χωρίς υποστήριξη και χωρίς ενδιάμεση γέφυρα, το μεγάλο εξοπλιστικό αφήγημα κινδυνεύει να μείνει μισό.
Διότι όταν μια χώρα τρέχει να εκπαιδεύσει τώρα πιλότους και τεχνικούς για αεροσκάφη που ακόμη δεν έχει πλήρως εξασφαλίσει σε όλο το φάσμα του σχεδιασμού της, αυτό δεν δείχνει μόνο φιλοδοξία. Δείχνει και φόβο.
Τον φόβο ότι στον αέρα των γεωπολιτικών ανατροπών, το πιο ακριβό εξοπλιστικό σχέδιο μπορεί να αποδειχθεί όχι άλμα ισχύος, αλλά αγώνας κάλυψης ενός κενού που η ίδια η Άγκυρα ξέρει πως δεν αντέχει να αφήσει ανοιχτό.

