Η ακρίβεια, η πίεση στην παραγωγή και η κρίση εμπιστοσύνης δοκιμάζουν την ευρωπαϊκή συνοχή. Η απάντηση απαιτεί πολιτικές που βελτιώνουν τη ζωή των πολιτών και θεσμούς που λογοδοτούν.
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με ακόμη μία σύνοδο κορυφής και ένα προσεκτικά διατυπωμένο ανακοινωθέν. Η οικονομική ανασφάλεια συναντά την κοινωνική κόπωση και η κοινωνική κόπωση μετατρέπεται σε δυσπιστία απέναντι στην πολιτική. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις ευρωπαϊκές αναταράξεις σαν μια μακρινή υπόθεση που αφορά αποκλειστικά τους άλλους.
Η ελληνική οικονομία είναι δεμένη με την ευρωπαϊκή αγορά, τις επενδύσεις, τον τουρισμό και τις κοινές χρηματοδοτικές δυνατότητες. Μια βαθιά επιδείνωση στη Γαλλία ή στη Γερμανία μπορεί να φτάσει στην ελληνική επιχείρηση, στον εργαζόμενο και στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η συμμετοχή σε μια οικονομική ένωση προσφέρει στηρίγματα, αλλά συνεπάγεται και έκθεση στις δυσκολίες της.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι η παραγωγική αντοχή της Ευρώπης. Η ενεργειακή εξάρτηση, ο ανταγωνισμός από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες και η ανάγκη τεχνολογικής ανανέωσης απαιτούν αποφάσεις με διάρκεια. Η βιομηχανική πολιτική χρειάζεται επενδύσεις, υποδομές, έρευνα και ανθρώπους που μπορούν να εργαστούν με αξιοπρεπείς όρους. Οι εξαγγελίες αποκτούν αξία όταν μεταφράζονται σε πραγματικές δυνατότητες παραγωγής.
Την ίδια στιγμή, τα νοικοκυριά κρίνουν την οικονομία στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο και στον λογαριασμό του ρεύματος. Μια κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει θετικούς δείκτες και να επικαλείται διεθνείς επαίνους. Αν ο μισθός εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας, η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη εικόνα και στην καθημερινή εμπειρία μεγαλώνει.
Η ακρίβεια διαβρώνει και την εμπιστοσύνη. Ο πολίτης που περιορίζει διαρκώς βασικές ανάγκες δύσκολα πείθεται να περιμένει επ’ αόριστον. Χρειάζεται να βλέπει ποιος αναλαμβάνει το κόστος της προσαρμογής, ποιος προστατεύεται και ποιο αποτέλεσμα έχουν τα μέτρα που ανακοινώνονται.
Σε αυτή τη δυσαρέσκεια βρίσκουν έδαφος οι εύκολες υποσχέσεις και οι αυταρχικές απαντήσεις. Η άνοδος ακραίων πολιτικών δυνάμεων δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά μόνο με προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο που εκπροσωπούν. Απαιτεί να περιοριστούν οι συνθήκες που κάνουν αυτές τις προτάσεις ελκυστικές: η ανασφάλεια, η αίσθηση εγκατάλειψης και η πεποίθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της κοινωνίας.
Αυτό σημαίνει επίσης σεβασμό στη διαμαρτυρία. Η απαίτηση για δικαιοσύνη, ασφάλεια και λογοδοσία αποτελεί κανονική δημοκρατική διεκδίκηση. Στην υπόθεση των Τεμπών, η συζήτηση οφείλει να παραμένει προσανατολισμένη στη διερεύνηση των ευθυνών και στην ασφάλεια των μεταφορών. Κάθε ισχυρισμός περί εξωτερικής χειραγώγησης χρειάζεται συγκεκριμένη απόδειξη και δεν υποκαθιστά τις απαντήσεις που οφείλουν οι θεσμοί.
Η συζήτηση για βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει νόημα, εφόσον περιγράφει καθαρά τι θα αλλάξει. Κοινή δράση στην ενέργεια, στην τεχνολογία και στις επενδύσεις μπορεί να αυξήσει τις δυνατότητες των κρατών. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων, όμως, χρειάζεται αντίστοιχο δημοκρατικό έλεγχο, διαφάνεια και σαφή κατανομή ευθύνης.
Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ποιος αποφασίζει, με ποια εντολή και πώς ελέγχεται. Μια ισχυρότερη Ευρώπη πρέπει να αποδεικνύει την αξία της στην προστασία του εισοδήματος, στην ποιότητα των υπηρεσιών και στην πρόσβαση στις ευκαιρίες. Εκεί θα κριθεί η κοινωνική αποδοχή της.
Για την Ελλάδα, η επίκληση της διεθνούς συγκυρίας δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από τις δικές της επιλογές. Ο έλεγχος της αγοράς, η ποιότητα του κράτους, η στήριξη της παραγωγής και η λειτουργία των θεσμών παραμένουν πεδία συγκεκριμένης πολιτικής ευθύνης. Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση οφείλει να παρουσιάζει εφαρμόσιμες προτάσεις, με προτεραιότητες και εξήγηση του κόστους τους.
Η ευρωπαϊκή κρίση δεν αποτελεί μοιραία κατάληξη. Η αντιμετώπισή της, όμως, απαιτεί να εγκαταλειφθεί η βολική ιδέα ότι αρκεί η διαχείριση του φόβου. Η σταθερότητα αποκτά πραγματικό περιεχόμενο όταν ο πολίτης μπορεί να ζει αξιοπρεπώς, να εμπιστεύεται τους θεσμούς και να βλέπει προοπτική για το μέλλον του.

