Η υπεράσπιση των ελληνικών δικαιωμάτων απαιτεί πολιτική απόφαση, διπλωματική προετοιμασία και αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ.
Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το λιβυκό κοινοβούλιο επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα για την Αθήνα: ποιο είναι το συγκεκριμένο σχέδιο για την προστασία των ελληνικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο; Οι διαβεβαιώσεις περί προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο έχουν αξία όταν συνοδεύονται από την πολιτική βούληση και τη δυνατότητα εφαρμογής του.
Η ευρωπαϊκή αντίδραση ήταν σαφής. Στην κοινή δήλωση της 20ής Οκτωβρίου, Αντόνιο Κόστα και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επανέλαβαν ότι το μνημόνιο παραβιάζει δικαιώματα τρίτων κρατών, αντιβαίνει στο Δίκαιο της Θάλασσας και είναι άκυρο. Επανέλαβαν επίσης την αλληλεγγύη τους προς Ελλάδα και Κύπρο. Η επικύρωση, επομένως, δεν συνιστά ευρωπαϊκή αποδοχή των τουρκολιβυκών διεκδικήσεων.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποκτά διεθνή νομιμότητα επειδή η Άγκυρα επιμένει να την προβάλλει. Ωστόσο, η πολιτική σημασία τέτοιων κινήσεων απαιτεί σοβαρή αντιμετώπιση. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να υπολογίζει το ενδεχόμενο ταυτόχρονων πιέσεων γύρω από την Κρήτη, στις θαλάσσιες έρευνες και στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Οι προβλέψεις για συγκεκριμένες αναπτύξεις τουρκικών πολεμικών πλοίων παραμένουν σενάρια προς αξιολόγηση, μέχρι να επιβεβαιωθούν.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η επέκταση των χωρικών υδάτων. Το άρθρο 3 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει το δικαίωμα καθορισμού αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια, με τις προβλεπόμενες γραμμές βάσης και τους κανόνες οριοθέτησης όπου απαιτούνται. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος αποτελεί ελληνική απόφαση.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια προετοιμασία έχει πραγματοποιήσει για την Κρήτη και ποια συγκεκριμένα κριτήρια καθορίζουν τον χρόνο των αποφάσεων. Η διαρκής επίκληση μιας μελλοντικής «κατάλληλης στιγμής» χρειάζεται πολιτική αιτιολόγηση και λογοδοσία.
Χρειάζεται, παράλληλα, ακρίβεια: η επέκταση των χωρικών υδάτων δεν επιλύει αυτομάτως τις διαφορές οριοθέτησης ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας ούτε καλύπτει ολόκληρη τη διαδρομή ενός υποθαλάσσιου καλωδίου. Πρόκειται για διαφορετικά νομικά καθεστώτα, που απαιτούν συνδυασμένη στρατηγική.
Το GSI αναδεικνύει αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Σύμφωνα με το δημοσιευμένο ρεπορτάζ για τις διαδικασίες της 14ης Οκτωβρίου, έχουν υποβληθεί αιτήματα για ερευνητικό πλοίο και έκδοση NAVTEX, στο πλαίσιο της συνέχισης των εργασιών. Η ουσιαστική δοκιμασία είναι η ασφαλής υλοποίηση των νόμιμων δραστηριοτήτων και η ολοκλήρωση του έργου.
Εδώ βρίσκεται ο ρόλος της αποτροπής. Πολεμικό Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία και Στρατός Ξηράς χρειάζονται ετοιμότητα, επάρκεια και σαφή πολιτική κατεύθυνση. Η αμυντική ισχύς αποκτά στρατηγικό αποτέλεσμα όταν στηρίζει τη διπλωματία και καθιστά αξιόπιστη την προστασία της κυριαρχίας, μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου.
Η μνήμη της Κύπρου του 1974 και των Ιμίων του 1996 επιβάλλει προετοιμασία και ευθύνη. Δεν δικαιολογεί βεβαιότητες ότι μια νέα κρίση θα είναι σύντομη, ελεγχόμενη ή νικηφόρα. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί εκ των προτέρων ούτε την αντίδραση της Τουρκίας ούτε την καθολική υποστήριξη της Δύσης.
Το ίδιο ισχύει για το υποτιθέμενο ευρωπαϊκό «πράσινο φως»: η επίσημη δήλωση εκφράζει αλληλεγγύη, αλλά δεν ανακοινώνει συμφωνία για άμεση επέκταση στα 12 μίλια γύρω από την Κρήτη. Μια τέτοια εκτίμηση χρειάζεται πρόσθετη τεκμηρίωση.
Το χρέος απέναντι στις επόμενες γενιές είναι συγκεκριμένο: να διατηρήσουμε ακέραια τα δικαιώματα της χώρας και να εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για την άσκησή τους. Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει αποτελέσματα, να εξασφαλίσει έμπρακτη συμμαχική στήριξη και να αναλάβει την ευθύνη των αποφάσεων. Η κυριαρχία απαιτεί σχέδιο που αντέχει και πέρα από τις ανακοινώσεις.

