Ο αντιστράτηγος ε.α. αμφισβητεί το κυβερνητικό αφήγημα περί γεωπολιτικής αναβάθμισης και προειδοποιεί για τους χειρισμούς απέναντι στις τουρκικές απαιτήσεις.
Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ασκεί ο αντιστράτηγος ε.α. και γεωπολιτικός αναλυτής Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, θέτοντας στο επίκεντρο την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και την πολιτική βούληση για την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Στη συνέντευξή του στο Militaire, ο κ. Λουκόπουλος αντιπαραβάλλει τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί ισχυρής διεθνούς παρουσίας με τις δυσκολίες προώθησης του καλωδίου. Κατά την εκτίμησή του, η απόσταση ανάμεσα στις εξαγγελίες και στην πράξη αποκαλύπτει σοβαρό έλλειμμα στρατηγικής.
«Κύριοι της κυβέρνησης, αποτύχατε τραγικά στα λεγόμενα ελληνοτουρκικά», δηλώνει, αποδίδοντας στην πολιτική ηγεσία την ευθύνη για μια στάση που, όπως υποστηρίζει, επιτρέπει στην Άγκυρα να διευρύνει τις πιέσεις της.
Στην καρδιά της παρέμβασής του βρίσκεται η αντίρρηση ότι η Αθήνα εμφανίζεται να αναμένει από μια ιδιωτική εταιρεία να διαχειριστεί εμπόδια που έχουν σαφώς πολιτικό και στρατηγικό χαρακτήρα. Για τον ίδιο, η ευθύνη προστασίας της άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων ανήκει στο κράτος και δεν μπορεί να μεταφέρεται στον ανάδοχο ενός έργου.
Το ερώτημα που θέτει είναι ευθύ: ποια πρακτική αξία έχει η διαφημιζόμενη γεωπολιτική αναβάθμιση, όταν η υλοποίηση μιας κρίσιμης υποδομής προσκρούει στις τουρκικές αντιδράσεις και η ελληνική πλευρά αναζητεί διέξοδο μέσω εταιρικών συνεννοήσεων;
Προειδοποίηση για την τουρκική «άδεια»
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίζεται στο ενδεχόμενο μιας διαδικασίας ενημέρωσης της Τουρκίας την οποία η Άγκυρα θα μπορούσε να παρουσιάσει ως αίτημα και χορήγηση άδειας.
Ο κ. Λουκόπουλος προειδοποιεί ότι ένας τέτοιος χειρισμός μπορεί, κατά την εκτίμησή του, να δημιουργήσει επικίνδυνο προηγούμενο. Συνδέει τον κίνδυνο με τη σταδιακή αποδοχή τουρκικού λόγου σε ζητήματα άσκησης ελληνικών δικαιωμάτων και, σε επόμενο στάδιο, με απαιτήσεις συνδιαχείρισης.
Η θέση αυτή αποτελεί τη δική του πολιτικοστρατηγική αξιολόγηση των πιθανών συνεπειών. Δεν παρουσιάζει κάποια ολοκληρωμένη συμφωνία ούτε τεκμηριώνει ότι έχει ήδη υποβληθεί ελληνικό αίτημα άδειας.
Επιμένει, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση οφείλει να κρίνει κάθε χειρισμό από το ουσιαστικό αποτέλεσμά του και από το προηγούμενο που αφήνει. Μια επικοινωνιακή παρουσίαση της εξέλιξης ως επιτυχίας δεν αρκεί, εφόσον η Τουρκία αποκτά τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως δύναμη που εγκρίνει ή απορρίπτει την πρόοδο του έργου.
Η αποτροπή απαιτεί αποφασιστικότητα
Στο στρατιωτικό σκέλος, ο απόστρατος αντιστράτηγος υποστηρίζει ότι οι εξοπλισμοί αποκτούν αποτρεπτική αξία όταν συνοδεύονται από σαφή πολιτική βούληση.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του, ο αντίπαλος πρέπει να πείθεται ότι μια επιθετική ενέργεια θα συνεπάγεται κόστος τουλάχιστον αντίστοιχο με το προσδοκώμενο όφελος. Εάν θεωρεί δεδομένη την ελληνική υποχώρηση, η αποτροπή αποδυναμώνεται, ανεξάρτητα από τις αγορές οπλικών συστημάτων.
Παράλληλα, τάσσεται υπέρ της διατήρησης ανοιχτών διπλωματικών διαύλων. Συνδέει, όμως, τον διάλογο με μια συνεπή στρατηγική περιορισμού των περιθωρίων τουρκικής πίεσης και εκφράζει εμπιστοσύνη στη δυνατότητα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να ανταποκριθούν στην αποστολή τους.
Η κριτική του επεκτείνεται και στην πολιτική του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αμφισβητεί τη συνοχή των αλλαγών που παρουσιάζονται στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030», θέτει ζητήματα στελέχωσης και μέριμνας για το προσωπικό και χαρακτηρίζει άδικους τους χειρισμούς για τους υπαξιωματικούς.
Κατά τον ίδιο, μια ουσιαστική αναδιοργάνωση προϋποθέτει καθορισμένους εθνικούς στόχους, θεσμικό σχεδιασμό και σαφή σύνδεση των αλλαγών με τις επιχειρησιακές ανάγκες.
Η παρέμβασή του καταλήγει σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα: η αξιοπιστία της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής κρίνεται τη στιγμή που η χώρα καλείται να ασκήσει τα δικαιώματά της υπό πίεση. Εκεί, υποστηρίζει ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, η κυβέρνηση πρέπει να δώσει απαντήσεις με αποφάσεις και αποτελέσματα.

