Τα στοιχεία για την κερδοφορία των εταιρειών διαχείρισης επαναφέρουν το αίτημα για διαφάνεια και βιώσιμες ρυθμίσεις. Τι δείχνουν οι αριθμοί και ποια συμπεράσματα χρειάζονται προσοχή.
Η διαχείριση των κόκκινων δανείων αποτελεί μια ιδιαίτερα προσοδοφόρα δραστηριότητα για μεγάλες εταιρείες του κλάδου. Για τον δανειολήπτη, όμως, το ουσιαστικό μέτρο επιτυχίας παραμένει διαφορετικό: εάν μπορεί να εξυπηρετήσει τη ρύθμιση, να διατηρήσει την κατοικία του και να βγει οριστικά από τον κύκλο της υπερχρέωσης.
Σύμφωνα με συγκεντρωτικά στοιχεία που δημοσιοποίησε η ΝΙΚΗ για τη χρήση του 2024, τέσσερις μεγάλες εταιρείες διαχείρισης —doValue Greece, Intrum Hellas, Cepal Hellas και QQuant— εμφάνισαν συνολικά έσοδα 543,8 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη 131,4 εκατ. ευρώ. Η αναλογία αντιστοιχεί σε συνολικό περιθώριο καθαρού κέρδους περίπου 24,2%. Αφορά τις συγκεκριμένες εταιρείες και δεν αποτελεί ενιαίο ποσοστό κερδοφορίας για κάθε servicer.
Η ίδια ανακοίνωση παραθέτει την ακόλουθη εικόνα:
| Εταιρεία | Έσοδα 2024 | Καθαρά κέρδη |
|---|---|---|
| doValue Greece | 184,3 εκατ. ευρώ | 52,4 εκατ. ευρώ |
| Intrum Hellas | 186,7 εκατ. ευρώ | 60,8 εκατ. ευρώ |
| Cepal Hellas | 132,4 εκατ. ευρώ | 15,6 εκατ. ευρώ |
| QQuant | 40,4 εκατ. ευρώ | περίπου 2,6 εκατ. ευρώ |
Τα ποσά αποδίδονται στη συγκεκριμένη δημοσιευμένη συγκέντρωση στοιχείων.
Για να αξιολογηθούν σωστά οι αριθμοί, χρειάζεται να διαχωριστεί η αμοιβή της εταιρείας που διαχειρίζεται μια απαίτηση από την οικονομική απόδοση εκείνου που την έχει αγοράσει. Το περιθώριο κέρδους ενός servicer δεν δείχνει από μόνο του πόσο κέρδισε ο επενδυτής από ένα δάνειο.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί και το ποσό των 5,438 δισ. ευρώ, το οποίο παρουσιάζεται ως ετήσιο έσοδο των funds. Στην ανάλυση που το δημοσιοποιεί, προκύπτει με την παραδοχή ότι οι αμοιβές των servicers αντιστοιχούν στο 10% των εσόδων των funds. Πρόκειται επομένως για εκτίμηση με συγκεκριμένη υπόθεση υπολογισμού, όχι για άθροισμα επιβεβαιωμένων καθαρών κερδών.
Από αυτή την εκτίμηση δεν τεκμηριώνεται αυτομάτως ότι οι επενδυτές απέσβεσαν ολόκληρη την επένδυσή τους μέσα σε έναν χρόνο. Για ένα τέτοιο συμπέρασμα απαιτούνται πραγματικά τιμήματα αγοράς, εισπράξεις, έξοδα και υποχρεώσεις ανά χαρτοφυλάκιο. Η απαίτηση για διαφάνεια γίνεται ισχυρότερη όταν στηρίζεται σε συγκρίσιμα οικονομικά δεδομένα.
Στην άλλη πλευρά της συζήτησης βρίσκονται οι ρυθμίσεις. Δημοσίευμα του Capital, στις 13 Οκτωβρίου 2026, ανέφερε μέση εγκρισιμότητα 76,7% από τους δέκα μεγαλύτερους πιστωτές στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού και ποσοστά 92% έως 96% για συγκεκριμένες εταιρείες. Τα στοιχεία αυτά αφορούν τη συγκεκριμένη καταγραφή και διαδικασία· δεν περιγράφουν το σύνολο των αιτημάτων που υποβάλλονται με κάθε τρόπο στους servicers.
Η έγκριση, πάντως, είναι η αρχή. Η ουσιαστική αξιολόγηση μιας ρύθμισης πρέπει να περιλαμβάνει τη μηνιαία επιβάρυνση, το συνολικό ποσό αποπληρωμής, τη διαγραφή οφειλής και το αν ο πολίτης παραμένει συνεπής σε βάθος χρόνου.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ανακοίνωσε στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 δέσμη 16 παρεμβάσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται προθεσμίες απάντησης, ανώτατη προκαταβολή 15% στις διμερείς ρυθμίσεις, αναλυτική ενημέρωση για την οφειλή και κυρώσεις για παραβίαση ενεργών ρυθμίσεων συνεπών οφειλετών. Πρόκειται για το περιεχόμενο της κυβερνητικής ανακοίνωσης, χωρίς αυτή να αρκεί από μόνη της για την εξακρίβωση της έναρξης εφαρμογής κάθε διάταξης.
Το όριο στην προκαταβολή αφορά διαφορετικό ζήτημα από ένα όριο κερδοφορίας. Αντίστοιχα, η υποχρέωση υποβολής πρότασης ρύθμισης δεν εγγυάται από μόνη της συγκεκριμένο κούρεμα κεφαλαίου.
Η πολιτική ευθύνη κρίνεται τελικά στο αποτέλεσμα. Χρειάζονται δημόσια, ελέγξιμα στοιχεία για τις χρεώσεις, τις διαγραφές, τις ρυθμίσεις που αντέχουν στον χρόνο και τις καταγγελίες που επιλύονται. Η εξυγίανση της αγοράς ιδιωτικού χρέους πρέπει να μετριέται και με τους ανθρώπους που καταφέρνουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους.

