Οι υποθέσεις Pizza Fan και «Χωριάτικο» επαναφέρουν στο προσκήνιο τη μεγάλη φοροδιαφυγή — Πώς οι εικονικές συναλλαγές μπορούν να κρύβουν την πραγματική οικονομική δραστηριότητα.
Οι έρευνες που έχουν συνδεθεί με την Pizza Fan και την αλυσίδα αρτοποιείων «Χωριάτικο» ανοίγουν ξανά μια συζήτηση που αφορά ολόκληρη την αγορά: πόσο εύκολα μπορεί μια επιχείρηση με αναγνωρίσιμο όνομα και καθημερινή παρουσία δίπλα στον καταναλωτή να κρύβει οικονομικές συναλλαγές που χρειάζονται έλεγχο σε βάθος. Οι συγκεκριμένες υποθέσεις παραμένουν αντικείμενο διερεύνησης και οι ευθύνες πρέπει να αποδειχθούν για κάθε εμπλεκόμενο ξεχωριστά.
Η ύπαρξη καταστημάτων, εργαζομένων, πελατών και πραγματικών πωλήσεων δεν αποκλείει την παράλληλη λειτουργία ενός μηχανισμού φοροδιαφυγής. Όπως, όμως, μια εμπορική επωνυμία δεν αποτελεί εγγύηση νομιμότητας, έτσι και μια έρευνα δεν μετατρέπει αυτομάτως κάθε κατάστημα, συνεργάτη ή εργαζόμενο σε συμμέτοχο.
Το ουσιαστικό ερώτημα βρίσκεται πίσω από την ταμπέλα: ποια συναλλαγή έγινε πραγματικά, ποιος την αποφάσισε, ποιος εισέπραξε και πού κατέληξαν τα χρήματα.
Ένα ΑΦΜ, μια εγγραφή στο ΓΕΜΗ και ένα τιμολόγιο αποδεικνύουν ότι υπάρχουν συγκεκριμένα φορολογικά και εταιρικά στοιχεία. Δεν αρκούν για να επιβεβαιώσουν ότι παραδόθηκε το εμπόρευμα ή προσφέρθηκε η υπηρεσία που αναγράφεται στο παραστατικό.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας των εικονικών συναλλαγών. Στα βιβλία μπορεί να εμφανίζεται μια δαπάνη, ενώ στην πραγματική οικονομία δεν έχει συμβεί τίποτε αντίστοιχο. Μια τέτοια εγγραφή μπορεί να χρησιμοποιείται για τη μείωση των εμφανιζόμενων κερδών ή ως φαινομενική δικαιολογία μιας μεταφοράς χρημάτων. Το παραστατικό υπάρχει· αυτό που λείπει είναι η πραγματική συναλλαγή.
Παρόμοια σύγχυση μπορεί να δημιουργήσει ένα δίκτυο εταιρειών που εμφανίζονται να συναλλάσσονται μεταξύ τους. Οι τριγωνικές συναλλαγές αποτελούν συνηθισμένη και νόμιμη εμπορική πρακτική. Το πρόβλημα αρχίζει όταν πίσω από αυτές υπάρχουν ανύπαρκτες παραδόσεις, πλασματικές υπηρεσίες ή προσπάθεια απόκρυψης του πραγματικού αποδέκτη των χρημάτων.
Αντίστοιχα, η παρουσία μιας εταιρείας στο εξωτερικό δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη εγκλήματος. Χρειάζεται να εξεταστεί ο πραγματικός της ρόλος, ποιος την ελέγχει και αν οι πληρωμές που λαμβάνει δικαιολογούνται από τη δραστηριότητά της.
Στις επιχειρήσεις με πολλές καθημερινές εισπράξεις μετρητών υπάρχει και ένας διαφορετικός κίνδυνος: η ανάμειξη πραγματικών εσόδων με χρήματα παράνομης προέλευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εμφανιζόμενες πωλήσεις μπορεί να χρησιμοποιούνται ως κάλυψη για κεφάλαια που δεν προήλθαν από πελάτες.
Αυτό διαφέρει από την απόκρυψη τζίρου. Στη μία περίπτωση αποκρύπτονται πραγματικές εισπράξεις για να αποφευχθεί η φορολόγησή τους. Στην άλλη επιχειρείται να δοθεί εμπορική εξήγηση σε χρήματα διαφορετικής, παράνομης προέλευσης. Οι πρακτικές αυτές περιγράφουν γενικούς μηχανισμούς οικονομικού εγκλήματος και δεν μπορούν να αποδοθούν συλλήβδην στις επιχειρήσεις που βρίσκονται σήμερα στην επικαιρότητα.
Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες περιγράφεται συνήθως μέσα από τρεις φάσεις: είσοδο των παράνομων κεφαλαίων στο οικονομικό σύστημα, διακίνησή τους ώστε να απομακρυνθούν από την αρχική πηγή και επανεμφάνισή τους με φαινομενικά νόμιμη μορφή. Στο τελευταίο στάδιο μπορεί να περιλαμβάνονται επενδύσεις σε επιχειρήσεις, ακίνητα ή αγαθά μεγάλης αξίας.
Μια αγορά ακινήτου, πάντως, δεν αποδεικνύει ξέπλυμα. Ούτε μια φορολογική παράβαση αρκεί αυτομάτως για να τεκμηριώσει όλες τις προϋποθέσεις μιας τέτοιας κατηγορίας. Η προέλευση των χρημάτων και οι πράξεις που έγιναν για την απόκρυψή της χρειάζονται συγκεκριμένη τεκμηρίωση.
Η οικονομική ζημιά από αποδεδειγμένους μηχανισμούς μεγάλης φοροδιαφυγής ξεπερνά τα δημόσια ταμεία. Ο επαγγελματίας που πληρώνει φόρους, εισφορές, μισθούς και προμηθευτές καλείται να ανταγωνιστεί εκείνον που παρακάμπτει τις ίδιες υποχρεώσεις. Η συνέπεια μετατρέπεται έτσι σε μειονέκτημα για αυτόν που τηρεί τους κανόνες.
Παράλληλα, οι εργαζόμενοι χρειάζονται προστασία και σαφή ενημέρωση. Οι ευθύνες όσων διοικούν ή ελέγχουν μια επιχείρηση πρέπει να εξετάζονται συγκεκριμένα, χωρίς να μεταφέρεται η υποψία σε ανθρώπους που εργάζονται πίσω από έναν πάγκο, σε μια κουζίνα ή στη διανομή.
Η αποτελεσματικότητα των ελέγχων θα κριθεί από την πλήρη αποτύπωση των συναλλαγών, την τεκμηρίωση των ευθυνών και την ανάκτηση όσων αποδειχθεί ότι χάθηκαν. Η κοινωνία περιμένει να μάθει ποιοι ωφελήθηκαν και αν ο λογαριασμός θα φτάσει τελικά στους υπεύθυνους.

