Η δημοσιονομική επιτυχία χρειάζεται παραγωγική βάση και ανθεκτικά εισοδήματα. Η διαρκής άντληση φόρων δεν αποτελεί από μόνη της αναπτυξιακή στρατηγική.
Ένας κρατικός προϋπολογισμός μπορεί να εμφανίζει πλεόνασμα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ολόκληρη η οικονομία βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Πίσω από το θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα υπάρχει ένα ουσιαστικό ερώτημα: ποιος το χρηματοδοτεί και με ποιες αντοχές;
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη όταν μια οικονομία παρουσιάζει έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές της με το εξωτερικό. Το έλλειμμα αυτό σημαίνει ότι η εθνική αποταμίευση υπολείπεται των επενδύσεων. Η διαφορά καλύπτεται μέσω χρηματοδότησης από το εξωτερικό, με συνέπειες που εξαρτώνται από το πού κατευθύνονται τα κεφάλαια και τι αποδίδουν.
Εδώ βρίσκεται ο βάσιμος πυρήνας της κριτικής στους πανηγυρισμούς για τα πλεονάσματα. Στην απλουστευμένη λογιστική σχέση μεταξύ των τομέων της οικονομίας, όταν το Δημόσιο εμφανίζει συνολικό πλεόνασμα και οι τρέχουσες συναλλαγές έλλειμμα, η αποταμίευση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα υπολείπεται των επενδύσεών του. Το δημόσιο αποτέλεσμα, επομένως, χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με τη θέση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση καταγράφει ζημιές ή ότι κάθε νοικοκυριό δανείζεται. Ούτε ότι κάθε ιδιωτικό χρηματοδοτικό έλλειμμα αποτελεί ένδειξη κατάρρευσης. Διαφορετικό πράγμα είναι ο δανεισμός για μια παραγωγική επένδυση που δημιουργεί εισόδημα και διαφορετικό η αναζήτηση χρημάτων για να καλυφθούν τρέχουσες υποχρεώσεις.
Η κρίσιμη διάκριση είναι ανάμεσα στην οικονομία που επενδύει για να παράγει περισσότερο και στην οικονομία που εξαντλεί τα αποθέματά της για να συντηρείται.
Χρειάζεται, επίσης, ακρίβεια όταν γίνεται λόγος για κρατικά πλεονάσματα. Το πρωτογενές αποτέλεσμα δεν περιλαμβάνει τις δαπάνες για τόκους. Συνεπώς, ένα πρωτογενές πλεόνασμα δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με συνολικό πλεόνασμα ούτε αρκεί για να εξαχθούν συμπεράσματα για τα ισοζύγια όλων των υπόλοιπων τομέων.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένα όριο στην αρχική συλλογιστική: το εξωτερικό έλλειμμα δεν μετατρέπεται αυτομάτως, αργά ή γρήγορα, σε δημοσιονομικό έλλειμμα. Οι λογιστικές σχέσεις δεν αποτελούν από μόνες τους πρόβλεψη. Η εξέλιξη εξαρτάται από την ανάπτυξη, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, τη χρηματοδότηση και τις πολιτικές αποφάσεις. Το ίδιο το ΔΝΤ προειδοποιεί κατά της μηχανικής εξαγωγής αιτιότητας από αυτές τις ταυτότητες.
Αντίστοιχα, τα εξωτερικά πλεονάσματα δεν αποτελούν τη μοναδική προϋπόθεση για βιώσιμη αύξηση των φορολογικών εσόδων. Τα έσοδα μπορούν να ενισχυθούν από πραγματική αύξηση εισοδημάτων, περισσότερη απασχόληση και περιορισμό της φοροδιαφυγής. Για να αποδοθεί ολόκληρο ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα στην υπερφορολόγηση απαιτείται συγκεκριμένη ανάλυση των στοιχείων.
Αυτές οι διευκρινίσεις κάνουν την πολιτική κριτική πιο ουσιαστική. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί πόσο από το αποτέλεσμα στηρίζεται σε πραγματική παραγωγική πρόοδο και πόσο σε επιβαρύνσεις που περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα. Να δείχνει αν οι επενδύσεις ενισχύουν την εγχώρια παραγωγή και τις εξαγωγές. Και να εξετάζει την οικονομική αντοχή εκείνων από τους οποίους εισπράττει.
Διότι ένα κράτος χρειάζεται φορολογούμενους που μπορούν να παράγουν, να επενδύουν και να ζουν αξιοπρεπώς. Το ουσιαστικό μέτρο επιτυχίας ενός πλεονάσματος είναι αν η οικονομία που το στηρίζει γίνεται ισχυρότερη — και αν οι πολίτες μπορούν να το αναγνωρίσουν στη δική τους καθημερινότητα.

