Η μνήμη των έξι Αποστόλων, η συγκλονιστική διαδρομή του Νικολάου του Χιοπολίτη και η προσφορά του Ιωάννη Κοτσούρωφ.
Από τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες μέχρι τη Χίο της οθωμανικής περιόδου και τη Ρωσία των επαναστατικών συγκρούσεων, το συναξάρι της 31ης Οκτωβρίου συγκεντρώνει πρόσωπα που συνέδεσαν τη ζωή τους με την πίστη, τη διακονία και την αντοχή στις διώξεις.
Σήμερα, Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026, η Εκκλησία τιμά τους Αποστόλους Στάχυ, Απελλή, Αμπλία, Ουρβανό, Νάρκισσο και Αριστόβουλο, καθώς και τον Άγιο Νικόλαο τον Χιοπολίτη. Στα ονόματα που συνδέονται με τη σημερινή εορτή περιλαμβάνονται ο Στάχυς και ο Αμπλίος, γνωστός και ως Αμπλίας.
Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους τιμώμενους αγίους έχει ο Νικόλαος από τις Καρυές της Χίου. Γεννημένος το 1731, μεγάλωσε σε χριστιανική οικογένεια και έχασε νωρίς τον πατέρα του. Η ανάγκη για εργασία τον οδήγησε, περίπου στα είκοσί του χρόνια, στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, όπου εργάστηκε ως κτίστης.
Σύμφωνα με τον βίο του, εκεί πέρασε μια σοβαρή δοκιμασία της ψυχικής του υγείας. Άνθρωποι του περιβάλλοντός του εκμεταλλεύτηκαν την κατάστασή του και τον παρουσίασαν στις οθωμανικές αρχές ως νέο που επιθυμούσε να ασπαστεί το Ισλάμ. Του φόρεσαν διαφορετική ενδυμασία και του έδωσαν το όνομα Μεχμέτ, χωρίς ο ίδιος να βρίσκεται σε θέση να κατανοήσει όσα συνέβαιναν.
Η επιστροφή στη Χίο δεν έφερε αμέσως ανακούφιση. Τον ακολουθούσε η φήμη ότι είχε εγκαταλείψει την πίστη του, ενώ ο ίδιος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ευάλωτη κατάσταση. Καθοριστική υπήρξε η φροντίδα του αρχιμανδρίτη Κυρίλλου, στον Ναό του Σωτήρος στο Παλιόκαστρο. Το συναξάρι συνδέει την αποκατάστασή του με την προσευχή και την πνευματική στήριξη που δέχθηκε.
Όταν συνειδητοποίησε τι είχε προηγηθεί, ο Νικόλαος δήλωσε καθαρά ότι παρέμενε χριστιανός. Η ομολογία του τον έφερε αντιμέτωπο με τις αρχές. Οι πιέσεις και τα βασανιστήρια δεν τον έκαμψαν και στις 31 Οκτωβρίου 1754 αποκεφαλίστηκε στη θέση Βουνάκι της Χίου. Ήταν μόλις 23 ετών.
Η συναξαριακή παράδοση συνοδεύει το μαρτύριό του με διηγήσεις για παράδοξο σκοτάδι, λάμψη και ευωδία του λειψάνου του. Πρόκειται για αφηγήσεις της εκκλησιαστικής παράδοσης, μέσα από τις οποίες εκφράζεται η τιμή των πιστών προς τον νεομάρτυρα. Στον πυρήνα του βίου του παραμένει η ιστορία ενός ευάλωτου νέου που δέχθηκε φροντίδα και υπερασπίστηκε τη συνείδησή του.
Οι έξι Απόστολοι που συνεορτάζουν ανήκουν, κατά την εκκλησιαστική παράδοση, στον κύκλο των Εβδομήκοντα. Το έργο τους συνδέεται με τη συγκρότηση και τη στήριξη των πρώτων Εκκλησιών, σε μια εποχή κατά την οποία το χριστιανικό κήρυγμα συναντούσε ισχυρές αντιδράσεις.
Ο Στάχυς συνδέεται ιδιαίτερα με τις απαρχές της Εκκλησίας του Βυζαντίου. Ο Απόστολος Ανδρέας τον κατέστησε πρώτο επίσκοπο της πόλης το 38 μ.Χ. Για δεκαέξι χρόνια υπηρέτησε το ποίμνιό του, δίδαξε και εργάστηκε για τη συγκρότηση της τοπικής χριστιανικής κοινότητας. Η παράδοση αναφέρει ότι εκοιμήθη ειρηνικά.
Ο Απελλής υπηρέτησε ως επίσκοπος Ηρακλείας και αφιερώθηκε στη διάδοση του Ευαγγελίου. Ο Απόστολος Παύλος τον μνημονεύει στην προς Ρωμαίους επιστολή ως «δόκιμον εν Χριστώ», υπογραμμίζοντας τη δοκιμασμένη πίστη του.
Ο Αμπλίας συνδέεται με την επισκοπή της Οδυσσού, στον Εύξεινο Πόντο, ενώ ο Ουρβανός με τη Μακεδονία. Τα συναξάρια παραδίδουν ότι και οι δύο αντιμετώπισαν διωγμούς και είχαν μαρτυρικό τέλος. Ο Παύλος αποκαλεί τον Αμπλία αγαπητό του εν Κυρίω και τον Ουρβανό συνεργό του στο έργο του Χριστού. Η αναφορά στον Ουρβανό βρίσκεται στο 16ο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής, στον ένατο στίχο.
Ο Νάρκισσος τιμάται ως επίσκοπος Αθηνών. Σύμφωνα με το συναξάρι του, το κήρυγμά του προκάλεσε αντιδράσεις και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Ο Αριστόβουλος συνδέεται στην εκκλησιαστική παράδοση με την ιεραποστολή στη Βρετανία, όπου εργάστηκε για τη δημιουργία χριστιανικών κοινοτήτων, αντιμετωπίζοντας μεγάλες δυσκολίες.
Στο συναξάρι της ημέρας περιλαμβάνεται και ο Ιερομάρτυρας Ιωάννης Κοτσούρωφ, ένας κληρικός του οποίου η διακονία απλώθηκε σε δύο ηπείρους. Γεννήθηκε το 1871 στη Ρωσία, σπούδασε θεολογία και χειροτονήθηκε ιερέας το 1895. Ακολούθησε η αποστολή του στην Αμερική, όπου υπηρέτησε στο Σικάγο και συνέβαλε στην οργάνωση της ορθόδοξης ενοριακής ζωής.
Μετά την επιστροφή του το 1907, εργάστηκε στη Νάρβα ως ιερέας και εκπαιδευτικός. Το 1916 ανέλαβε διακονία στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Αικατερίνης στο Τσάρσκογε Σελό, κοντά στην Αγία Πετρούπολη.
Κατά τις συγκρούσεις του 1917 συμμετείχε σε λιτανεία και προσευχή για την ειρήνη. Συνελήφθη μετά την είσοδο των μπολσεβίκικων δυνάμεων στην πόλη και δολοφονήθηκε στις 31 Οκτωβρίου με το τότε ιουλιανό ημερολόγιο, δηλαδή στις 13 Νοεμβρίου με το γρηγοριανό. Η Ρωσική Εκκλησία τον αγιοκατέταξε το 1994 και τον τιμά ως τον πρώτο ιερομάρτυρα των μπολσεβικικών διωγμών.
Την ίδια ημέρα μνημονεύονται επίσης ο Άγιος Επίμαχος ο Αιγύπτιος, οι μάρτυρες Επίμαχος και Γορδιανός, οι Άγιοι Σέλευκος και Στρατονίκη και οι Όσιοι Σπυρίδων και Νικόδημος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου.
Η μνήμη τους προσφέρει στους πιστούς μια αφορμή να αναλογιστούν την αξία της έμπρακτης αγάπης: τη στήριξη εκείνου που δοκιμάζεται, την υπομονή απέναντι στις δυσκολίες και τον σεβασμό στην ανθρώπινη συνείδηση.

