Όταν οι υποθέσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πώς λειτούργησαν οι έλεγχοι και πού απέτυχαν. Οι πανηγυρισμοί για τις συλλήψεις δεν αρκούν.
Οι εξελίξεις στις υποθέσεις που συνδέονται με την Pizza Fan, το «Χωριάτικο» και το ελληνικό μπάσκετ προκαλούν εύλογα οργή και ερωτήματα. Δημοσιεύματα καταγράφουν συλλήψεις, διώξεις και προφυλακίσεις, σε διαφορετικές υποθέσεις που βρίσκονται ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η ενοχή κάθε εμπλεκομένου μένει να κριθεί δικαστικά. Η πολιτική συζήτηση, όμως, έχει ήδη ανοίξει: πόσο αποτελεσματικά λειτουργεί ένα κράτος που καλείται να διερευνήσει καταγγελίες τέτοιας έκτασης;
Ο εργαζόμενος που βλέπει τον φόρο να αφαιρείται από τον μισθό του προτού καν τον εισπράξει δικαιούται μια απάντηση. Το ίδιο και ο επαγγελματίας που παλεύει να πληρώσει εισφορές, ενοίκιο, προμηθευτές και λογαριασμούς, προσπαθώντας να κρατήσει την επιχείρησή του όρθια και νόμιμη.
Για αυτούς τους ανθρώπους, η αποκάλυψη μιας μεγάλης υπόθεσης οικονομικού εγκλήματος γεννά δύο συναισθήματα ταυτόχρονα: ικανοποίηση επειδή γίνεται έρευνα και αγανάκτηση για όσα ενδεχομένως προηγήθηκαν χωρίς να εντοπιστούν.
Το ερώτημα δεν εξαντλείται στο «ποιους συνέλαβαν». Περιλαμβάνει και το «πώς φτάσαμε μέχρι εδώ».
Πότε εμφανίστηκαν οι πρώτες ενδείξεις; Ποιες υπηρεσίες είχαν αρμοδιότητα; Έγιναν έλεγχοι; Τι διαπιστώθηκε; Υπήρξαν καταγγελίες που έμειναν αναπάντητες; Υπήρχαν κενά που επέτρεπαν σε παράνομες πρακτικές, εφόσον αποδειχθούν, να συνεχίζονται;
Αυτές είναι οι ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν με έγγραφα, ημερομηνίες και συγκεκριμένες ευθύνες. Ο πολίτης έχει χορτάσει από αόριστες διαβεβαιώσεις ότι «το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο». Περιμένει να δει ποιος κρατά το μαχαίρι, μέχρι πού προχωρά η έρευνα και τι συμβαίνει όταν σβήσουν οι κάμερες.
Η κυβέρνηση δικαιούται να επικαλείται το έργο των αρμόδιων υπηρεσιών. Οφείλει, όμως, να δέχεται και τον έλεγχο για την αποτελεσματικότητα της εποπτείας. Δεν μπορεί κάθε επιτυχία να πιστώνεται πολιτικά στην κορυφή, ενώ κάθε προηγούμενη αστοχία να χρεώνεται αποκλειστικά σε κάποιο απρόσωπο διοικητικό σύστημα.
Η ευθύνη της διακυβέρνησης περιλαμβάνει και την πρόληψη. Περιλαμβάνει επαρκείς ελεγκτικούς μηχανισμούς, στελέχωση, διασταύρωση στοιχείων και ανεξαρτησία των ερευνών από πολιτικές ή οικονομικές πιέσεις.
Και υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα: τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για ανάπτυξη;
Η επιχειρηματική επέκταση, οι τζίροι και οι θέσεις εργασίας έχουν αξία. Η αξία τους, όμως, προϋποθέτει νόμιμη λειτουργία, σεβασμό στους εργαζομένους και ίσους κανόνες ανταγωνισμού. Αν αποδεικνύεται ότι μια επιχείρηση αναπτύχθηκε παραβιάζοντας συστηματικά αυτούς τους κανόνες, το κόστος το πληρώνει και ο συνεπής ανταγωνιστής της. Εκείνος που δεν μπορούσε να προσφέρει τις ίδιες τιμές, επειδή πλήρωνε όσα όφειλε.
Η ανοχή στην παρανομία τιμωρεί καθημερινά τη νομιμότητα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η δυσπιστία βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Ο κόσμος αναρωτιέται αν βλέπει πραγματική κάθαρση, επικοινωνιακή διαχείριση ή επιλεκτική αυστηρότητα. Αυτές οι υποψίες δεν αποτελούν απόδειξη οργανωμένου αντιπερισπασμού ούτε τεκμηριώνουν κρυφές συναλλαγές. Αποτελούν, όμως, σοβαρή ένδειξη του βάθους της κρίσης εμπιστοσύνης.
Και η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με την απαίτηση να σταματήσει ο πολίτης να αμφιβάλλει. Αποκαθίσταται όταν βλέπει έρευνες που ολοκληρώνονται, αποφάσεις που αιτιολογούνται, ευθύνες που αποδίδονται και μηχανισμούς που διορθώνονται.
Το Μέγαρο Μαξίμου έχει πολιτική ευθύνη να δώσει απαντήσεις για τη λειτουργία του κράτους. Για να ασκηθεί σκληρή κριτική σε αυτή την ευθύνη δεν χρειάζεται να βαφτίσουμε την κυβέρνηση «εγκληματική οργάνωση». Αρκεί να απαιτήσουμε να λογοδοτήσει για όσα εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της — χωρίς υπεκφυγές και χωρίς επικοινωνιακές κορδέλες.
Η φράση «ένα απέραντο λησταρχείο» αποτυπώνει την οργή μιας κοινωνίας που φοβάται ότι η συνέπεια έχει καταντήσει μειονέκτημα. Το πραγματικό στοίχημα είναι να πάψει αυτή η αίσθηση να καθορίζει την καθημερινότητα.
Γιατί ο τίμιος άνθρωπος δεν ζητά χάρη. Ζητά να μη θεωρείται κορόιδο επειδή πληρώνει, εργάζεται και τηρεί τους κανόνες.

