Η Ελλάδα χρειάζεται συμμαχίες που αποδίδουν και εξωτερική πολιτική που λογοδοτεί. Οι φωτογραφίες και οι φιλοφρονήσεις δεν αποτελούν εγγύηση εθνικής ασφάλειας.
Άρθρο γνώμης
Στην εξωτερική πολιτική υπάρχει μια στιγμή που τελειώνουν τα χαμόγελα, σβήνουν οι κάμερες και απομένει η ερώτηση που κανένα επικοινωνιακό επιτελείο δεν μπορεί να εξαφανίσει: τι ακριβώς κέρδισε η χώρα;
Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στη συζήτηση για το τουρκολιβυκό μνημόνιο και την αμερικανική στάση. Οι πληροφορίες περί ενθάρρυνσης της Αθήνας να διαπραγματευτεί με την Τουρκία και τη Λιβύη, εφόσον επιβεβαιωθούν, απαιτούν συγκεκριμένες εξηγήσεις. Με ποια ατζέντα; Με ποιες προϋποθέσεις; Και με ποια προστασία απέναντι στον κίνδυνο να μετατραπούν μονομερείς διεκδικήσεις σε αποδεκτή αφετηρία συζήτησης;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μία διαβεβαίωση ότι «οι σχέσεις μας βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο».
Το επίπεδο των σχέσεων μετριέται όταν προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων. Εκεί φαίνεται το βάρος μιας συμμαχίας. Στις δύσκολες αποφάσεις, στις συγκεκριμένες δεσμεύσεις και στην έμπρακτη στήριξη. Στις δεξιώσεις όλοι μπορούν να είναι φίλοι.
Η Ουάσιγκτον ασκεί εξωτερική πολιτική με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα. Η Άγκυρα επιδιώκει τα δικά της. Η Αθήνα οφείλει να κάνει ακριβώς το ίδιο, χωρίς να αντιμετωπίζει την εύνοια οποιουδήποτε ισχυρού ως υποκατάστατο εθνικής στρατηγικής.
Ο σύμμαχος δεν είναι κηδεμόνας. Και η συμμαχία δεν είναι συμβόλαιο πολιτικής υπακοής.
Όποιος επενδύει στην ιδέα ότι η συνέπεια μιας χώρας θα ανταμειφθεί αυτομάτως με προστασία, συγχέει τη διπλωματία με πρόγραμμα επιβράβευσης πελατών. Οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν με πόντους καλής συμπεριφοράς. Απαιτούν διαπραγμάτευση, προετοιμασία, εναλλακτικές και σαφή αντίληψη του τι προσφέρεις και τι εξασφαλίζεις.
Γι’ αυτό και η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει αποτελέσματα που μπορούν να αξιολογηθούν. Ποιες δεσμεύσεις έχει επιδιώξει; Ποιες έχει εξασφαλίσει; Ποιο είναι το σχέδιό της αν οι προσδοκίες στήριξης δεν επιβεβαιωθούν; Πώς αποτρέπει τη μετατροπή μιας δυσμενούς εξέλιξης σε μόνιμη πίεση προς την Ελλάδα;
Ο πολίτης δικαιούται απαντήσεις. Δεν είναι υποχρεωμένος να χειροκροτεί μια πολιτική επειδή συνοδεύεται από εντυπωσιακές φωτογραφίες.
Χρειάζεται, επίσης, σοβαρότητα γύρω από τη λέξη «διάλογος». Η διαπραγμάτευση αποτελεί εργαλείο της διπλωματίας. Η αξία της εξαρτάται από το αντικείμενό της, τους όρους της και την προετοιμασία εκείνου που προσέρχεται. Ένα τραπέζι συνομιλιών δεν συνιστά από μόνο του επιτυχία. Ούτε κάθε πρόσκληση σε συζήτηση αποδεικνύει ότι οι θέσεις της χώρας ενισχύθηκαν.
Πριν πανηγυρίσει κανείς για τον διάλογο, ας εξηγήσει τι ακριβώς θα συζητηθεί.
Αντίστοιχα, οι επαφές με παράγοντες της Λιβύης πρέπει να κρίνονται από τη διάρκειά τους και την πρακτική τους απόδοση. Μια θερμή υποδοχή δεν δεσμεύει την επόμενη απόφαση του συνομιλητή. Μια χειραψία δεν καταργεί τα συμφέροντά του. Και η προσωπική οικειότητα δεν αποτελεί επαρκή βάση για τον σχεδιασμό της χώρας.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής ευθύνης: να προβλέπεις ότι ο συνομιλητής σου μπορεί να επιλέξει διαφορετικά και να έχεις προετοιμαστεί γι’ αυτό.
Η Ελλάδα χρειάζεται διπλωματική συνέχεια, αξιόπιστη αποτροπή, ουσιαστική αξιοποίηση των συμμαχιών της και ειλικρινή ενημέρωση. Χρειάζεται επίσης μια κυβέρνηση που να αντέχει τον έλεγχο των επιλογών της. Η κριτική δεν αποδυναμώνει από μόνη της την εθνική θέση. Η απουσία σχεδίου και η απόκρυψη των αδιεξόδων μπορούν να την αποδυναμώσουν πολύ περισσότερο.
Οι πολίτες δεν ζητούν πολεμικές κραυγές. Ζητούν να γνωρίζουν ότι πίσω από τις δηλώσεις υπάρχει δουλειά, πίσω από τις συναντήσεις υπάρχει στόχος και πίσω από τις δεσμεύσεις της χώρας υπάρχει αντίκρισμα.
Η κυβερνητική επικοινωνία μπορεί να βαφτίσει μια συνάντηση «ιστορική» και μια συνομιλία «καθοριστική». Δεν μπορεί, όμως, να υποχρεώσει την πραγματικότητα να ακολουθήσει το δελτίο Τύπου.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλον έπαινο για το πόσο πρόθυμη είναι. Χρειάζεται αποδείξεις ότι η πολιτική της αποδίδει. Και αυτές τις αποδείξεις τις οφείλουν όσοι κυβερνούν.

