Τα τουριστικά ρεκόρ και οι αγοραπωλησίες ακινήτων δεν υποκαθιστούν την παραγωγή. Μια χώρα χρειάζεται βιομηχανία, τεχνολογία και εργαζομένους που μπορούν να ζουν από τον μισθό τους.
Του Ευάγγελου Λιαμπότη — Άρθρο γνώμης
Φτάνει πια με την ανάπτυξη των παρουσιάσεων και την ευημερία των κυβερνητικών ανακοινώσεων. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται να απαντήσει σε ένα ερώτημα που δεν χωρά επικοινωνιακά τεχνάσματα: τι παράγουμε, ποιος ωφελείται και τι μένει τελικά στον εργαζόμενο;
Δεν αρκεί να μετράμε αφίξεις στα αεροδρόμια, κρατήσεις στα ξενοδοχεία και συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων. Χρειάζεται να μετράμε εργοστάσια που εκσυγχρονίζονται, επιχειρήσεις που αποκτούν τεχνογνωσία, ελληνικά προϊόντα που κερδίζουν αγορές και μισθούς που επιτρέπουν μια αξιοπρεπή ζωή.
Διαφορετικά, η λέξη «ανάπτυξη» γίνεται ένα βολικό περιτύλιγμα. Ωραίο στις ομιλίες, άχρηστο μπροστά στο ταμείο του σουπερμάρκετ.
Η φθηνή εργασία δεν είναι εθνικό σχέδιο
Το ελβετικό παράδειγμα εκθέτει τη φτώχεια μιας αντίληψης που αντιμετωπίζει τον μισθό ως το πρώτο εμπόδιο στην ανταγωνιστικότητα.
Στην Ελβετία, ο διάμεσος μεικτός μηνιαίος μισθός πλήρους απασχόλησης έφθασε το 2024 τα 7.024 φράγκα. Το ποσό δεν σημαίνει ότι όλοι αμείβονται το ίδιο ούτε μπορεί να αποσυνδεθεί από το κόστος ζωής. Δείχνει, όμως, ότι μια ισχυρή παραγωγική οικονομία μπορεί να λειτουργεί με υψηλές αμοιβές.
Το 2025, οι ελβετικές εξαγωγές ανήλθαν στα 287 δισ. φράγκα και το εμπορικό πλεόνασμα στα 54,3 δισ., με καθοριστική συμβολή των χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων.
Αυτή είναι η ουσία: προϊόντα με τεχνολογία, εξειδίκευση και αξία. Παραγωγή που μπορεί να χρηματοδοτεί καλύτερες αποδοχές.
Στην Ελλάδα, η απαίτηση για αξιοπρεπή μισθό αντιμετωπίζεται συχνά σαν υπερβολή. Ο εργαζόμενος καλείται να είναι διαρκώς «ρεαλιστής»: να περιορίζει τις ανάγκες του, να αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας, να θεωρεί φυσιολογικό ότι η εργασία του μόλις καλύπτει την επιβίωση.
Πόσο ακόμη θα βαφτίζουμε ανταγωνιστικότητα την αδυναμία του εργαζομένου να φτάσει μέχρι το τέλος του μήνα;
Μια επιχείρηση χρειάζεται βιώσιμο κόστος λειτουργίας. Μια χώρα, όμως, χρειάζεται και βιώσιμες ζωές. Οικονομική πολιτική που αδυνατεί να συνδέσει τα δύο έχει αποτύχει στον βασικό της σκοπό.
Το εξωτερικό έλλειμμα χαλάει την πανηγυρική εικόνα
Το 2025, η Ελλάδα εμφάνισε έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 14,1 δισ. ευρώ. Ήταν μικρότερο από εκείνο του 2024 κατά 2,8 δισ., αλλά παρέμενε μεγάλο. Η βελτίωση είναι υπαρκτή. Υπαρκτό είναι και το πρόβλημα που εξακολουθεί να αποτυπώνεται στον λογαριασμό.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το έλλειμμα διαμορφώθηκε στα 9,5 δισ. ευρώ, αυξημένο περίπου κατά 1 δισ. σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Η επιδείνωση προήλθε κυρίως από τα ισοζύγια εισοδημάτων, ενώ τα ισοζύγια αγαθών και υπηρεσιών βελτιώθηκαν. Η ακρίβεια έχει σημασία, ιδιαίτερα όταν ασκούμε σκληρή κριτική.
Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα παραμένει: ποιο είναι το σχέδιο για να ενισχυθεί η παραγωγή και να περιοριστεί η εξωτερική εξάρτηση;
Ο τουρισμός και η ναυτιλία προσφέρουν πολύτιμα έσοδα. Η συνεισφορά τους δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την υποχρέωση να αναπτύξει τη μεταποίηση, την αγροδιατροφή, την τεχνολογία και τη βιομηχανική έρευνα.
Η χώρα χρειάζεται περισσότερες πηγές πλούτου. Χρειάζεται δουλειές με προοπτική όλο τον χρόνο. Χρειάζεται δυνατότητες για τον τεχνίτη, τον μηχανικό, τον ερευνητή, τον αγρότη που θέλει να μεταποιήσει το προϊόν του.
Κάθε πώληση δεν είναι παραγωγική ανασυγκρότηση
Εδώ πρέπει να τελειώσει και η πολιτική ευκολία με την οποία κάθε μεταβίβαση περιουσίας παρουσιάζεται ως εθνικός θρίαμβος.
Μια εξαγορά μπορεί να φέρει τεχνογνωσία, χρηματοδότηση και νέες αγορές. Για να κριθεί, όμως, χρειάζεται να δούμε τι ακολουθεί: νέος εξοπλισμός, επέκταση παραγωγής, έρευνα, προσλήψεις, καλύτερες αποδοχές.
Η αλλαγή ιδιοκτήτη, από μόνη της, δεν αποτελεί βιομηχανική πολιτική.
Το ίδιο ισχύει για τις ιδιωτικοποιήσεις. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να λογοδοτούν για το τίμημα, τις δεσμεύσεις, τον ανταγωνισμό, την ποιότητα των υπηρεσιών και το μακροπρόθεσμο δημόσιο όφελος. Η φωτογραφία της υπογραφής δεν κλείνει τη συζήτηση. Την ανοίγει.
Και οι επενδύσεις στα ακίνητα πρέπει να κρίνονται μέσα στο συνολικό οικονομικό τους αποτέλεσμα. Οι υψηλότερες αποτιμήσεις δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη κοινωνικής ευημερίας. Για εκείνον που προσπαθεί να νοικιάσει σπίτι με τον μισθό του, μπορεί να σημαίνουν ακόμη μεγαλύτερο αδιέξοδο.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κατάλογος διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων. Είναι χώρα ανθρώπων που χρειάζονται εργασία, στέγη και μέλλον.
Να πληρώνονται τα αποτελέσματα, να ελέγχονται οι υποσχέσεις
Μια σοβαρή παραγωγική πολιτική έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις: σταθερούς φορολογικούς κανόνες, ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, χρηματοδότηση για βιώσιμα σχέδια και αδειοδοτήσεις που ολοκληρώνονται έγκαιρα, με ουσιαστικό έλεγχο.
Έχει τεχνική εκπαίδευση με πραγματική σύνδεση με την εργασία. Έχει πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα που μπορούν να συνεργάζονται με την παραγωγή. Έχει υποδομές που λειτουργούν.
Κυρίως, έχει λογοδοσία.
Κάθε δημόσιο ευρώ ενίσχυσης πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς δεσμεύσεις και έλεγχο. Τι παρήχθη; Ποιες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν; Πόσες διατηρήθηκαν; Ποια ήταν η συμβολή στις εξαγωγές και στην εγχώρια προστιθέμενη αξία;
Ο φορολογούμενος δεν οφείλει να χρηματοδοτεί επ’ αόριστον υποσχέσεις χωρίς επαληθεύσιμο αποτέλεσμα.
Δεν χρειάζεται να προφητεύουμε μια νέα χρεοκοπία για να απαιτούμε αλλαγή πορείας. Ένα εξωτερικό έλλειμμα δεν οδηγεί αυτόματα σε κατάρρευση. Η επιμονή του, όμως, επιβάλλει σοβαρότητα ως προς τη χρηματοδότηση και τη μελλοντική παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.
Η κυβερνητική ευθύνη βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη δημιουργία των προϋποθέσεων για μια χώρα που παράγει περισσότερα, πληρώνει καλύτερα και εξαρτάται λιγότερο.
Οι πολίτες έχουν ακούσει αρκετά για την ανάπτυξη που «έρχεται». Δικαιούνται να τη δουν στον μισθό τους, στη δουλειά τους, στην επιχείρησή τους και στις δυνατότητες των παιδιών τους.
Όσο η ευημερία χρειάζεται κυβερνητική παρουσίαση για να γίνει αντιληπτή, η κυβέρνηση οφείλει λιγότερους πανηγυρισμούς και πολύ περισσότερες απαντήσεις.

