Είδαμε την περασμένη Τρίτη πως ακόμη και η δημοκρατικά εκλεγμένη εξουσία υπόκειται στον «νόμο» του λόρδου Ακτον: «Η εξουσία τείνει να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Οι ελάχιστες εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αρα οι πολίτες όχι μόνο θα πρέπει να είναι καχύποπτοι απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, αλλά και κάτι παραπάνω: θα πρέπει να θεωρούν δεδομένη την κατάχρηση της εξουσίας.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ένας μεγάλος πολιτικός φιλόσοφος, ο Τόμας Χομπς, θεωρούσε το «κράτος δικαίου» εννοιολογικώς και πρακτικώς αδύνατο. Ασκώντας κριτική στην ιδέα του Αριστοτέλη ότι στην οργανωμένη κοινωνία κυβερνούν οι νόμοι και όχι οι άνθρωποι, ο Χομπς επέμεινε πως στο τέλος της ημέρας υπάρχει κάποιος ισχυρός (ο πραγματικά κυρίαρχος) που δίνει εντολές σε όλους τους υπόλοιπους και που δεν μπορεί να τον περιορίσει κανείς, ούτε καν οι δικοί του νόμοι. Διότι από αυτόν εξαρτάται η εφαρμογή τους και δεν πρόκειται ποτέ να τους εφαρμόσει εις βάρος του. Ο κανόνας αυτός του Χομπς φαίνεται να ισχύει και στις δημοκρατίες. Η νομοθεσία και η κοινοβουλευτική πρακτική περί ασυλίας βουλευτών και ευθύνης υπουργών στην Ελλάδα το επιβεβαιώνουν με το παραπάνω.
Πράγματι, θα του απαντήσει ο Ιμάνουελ Καντ, αλλά και όσοι ενεπλάκησαν στη θεωρητική συζήτηση (όπως ο Μοντεσκιέ): Είναι δύσκολο να δημιουργήσουμε ένα κράτος δικαίου διότι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους την τάση να εξαιρούν τον εαυτό τους από τους κανόνες που δεσμεύουν τους άλλους. Αυτό είναι το βασικό εμπόδιο, γι’ αυτό και το τέλειο κράτος δικαίου δεν είναι εφικτό: «Από ένα τόσο στραβό ξύλο, όπως αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, τίποτε το τέλεια ίσιο δεν μπορεί να κατασκευαστεί». Μπορούν όμως να ξεπεραστούν τα εμπόδια που θέτει η φύση του ανθρώπου και να κατασκευαστεί ένα, έστω ατελές, κράτος δικαίου. Το κλειδί είναι η δημοκρατία και ο διαχωρισμός των εξουσιών η ουσία της.
Η ιδέα του διαχωρισμού των εξουσιών ακούγεται καλή θεωρητικά, όμως είναι δύσκολα εφαρμόσιμη. Διότι η εξουσία έχει την τάση να συγκεντρώνεται. Για παράδειγμα: αν και μία από τις θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού Συντάγματος είναι η διάκριση των εξουσιών, όλοι γνωρίζουμε πως το ελληνικό σύστημα είναι ένα από τα πλέον πρωθυπουργοκεντρικά στην Ευρώπη. Το κόμμα που θα κερδίσει τη δεδηλωμένη πλειοψηφία της Βουλής και ο εκάστοτε πρωθυπουργός ελέγχουν πλήρως την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, ενώ μπορούν να επηρεάσουν τη δικαστική. Υπάρχει λύση σε αυτό το αδιέξοδο ή πρέπει να αποδεχθούμε ότι ο πολιτικά κυρίαρχος θα βρίσκεται πάντα πάνω από τους κανόνες που ισχύουν για όλους τους άλλους; Θα απαντήσουμε στο επόμενο σημείωμα.
* Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

