Όταν το δικαίωμα βαφτίζεται χάρη και η κριτική αγνωμοσύνη, η δημοκρατία αρχίζει να λειτουργεί με όρους προσωπικής εξάρτησης.
Το πιο βολικό δώρο προς μια αλαζονική εξουσία είναι ο πολίτης που έχει πειστεί ότι τίποτα δεν αλλάζει. Εκείνος που βλέπει, καταλαβαίνει, αγανακτεί και στο τέλος καταπίνει την οργή του με το γνωστό «πού να μπλέκεις τώρα». Σε αυτή τη μικρή, καθημερινή παραίτηση βρίσκει χώρο ο ραγιαδισμός: στην αποδοχή ότι κάποιος άλλος δικαιούται να αποφασίζει και εμείς οφείλουμε να ευχαριστούμε.
Το ερώτημα «Τι θα πει ραγιάς;» γίνεται πολιτικά χρήσιμο όταν το στρέφουμε στη δική μας συμπεριφορά. Στη στιγμή που χαμηλώνουμε τις απαιτήσεις μας επειδή στην καρέκλα βρίσκεται ο «δικός μας». Στην ευκολία με την οποία καταγγέλλουμε μια πράξη όταν την κάνει ο αντίπαλος και σκαρφιζόμαστε δικαιολογίες όταν την επαναλαμβάνει εκείνος που ψηφίσαμε.
Εκεί αρχίζει η υποταγή. Στην παράδοση της κρίσης μας.
Η εξουσία δοκιμάζει τα όριά της κάθε φορά που παρουσιάζει την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης ως προσωπική γενναιοδωρία. Ένας δρόμος που επισκευάζεται, μια υπηρεσία που εξυπηρετεί, ένα αίτημα που εξετάζεται μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε αφορμές πολιτικής είσπραξης. «Σας το κάναμε». «Να θυμάστε ποιος σας βοήθησε». «Εμείς ενδιαφερθήκαμε».
Και κάπως έτσι, το αυτονόητο αποκτά κομματικό ιδιοκτήτη.
Τα δημόσια χρήματα, όμως, τα καταβάλλει η κοινωνία. Οι θέσεις ευθύνης συνοδεύονται από υποχρεώσεις. Η απονομή προσωπικών εύσημων για κάθε στοιχειώδη λειτουργία του κράτους ή ενός δήμου καλλιεργεί μια εξευτελιστική σχέση: ο πολίτης περιμένει στην πόρτα και ο εκλεγμένος εμφανίζεται ως ευεργέτης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αντιμετώπιση της κριτικής. Όταν ένα συγκεκριμένο ερώτημα απαντιέται με χαρακτηρισμούς, όταν ζητούνται στοιχεία και προσφέρεται επίθεση στον ερωτώντα, η συζήτηση μεταφέρεται σκόπιμα μακριά από την ουσία. Το «τι έγινε;» χάνεται πίσω από το «ποιος είσαι εσύ που ρωτάς;».
Αυτός ο τρόπος άσκησης εξουσίας αξίζει σκληρή πολιτική αποδοκιμασία. Ο πολίτης έχει λόγο για τις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή του. Η απαίτηση να μιλά μόνο όταν συμφωνεί μετατρέπει τη συμμετοχή του σε διακοσμητική παρουσία.
Υπάρχει, βέβαια, και ο πρόθυμος χειροκροτητής. Αυτός που απαιτεί διαφάνεια μέχρι να ενοχληθεί η παράταξή του. Που αγανακτεί με τις εξυπηρετήσεις μέχρι να χρειαστεί μία για τον εαυτό του. Που μιλά για αξιοκρατία και ταυτόχρονα ψάχνει ποιο τηλέφωνο πρέπει να πάρει για να προηγηθεί.
Η επιλεκτική ευαισθησία έχει πολιτικό κόστος. Κάθε εξαίρεση που ζητάμε για εμάς αποδυναμώνει τον κανόνα που θα προστατεύσει αύριο κάποιον άλλον. Κάθε «κάνε τα στραβά μάτια, είναι δικός μας» προσθέτει ακόμη ένα άλλοθι στην αυθαιρεσία.
Χρειάζεται, ωστόσο, να είμαστε δίκαιοι απέναντι στον φόβο. Ο εργαζόμενος που ανησυχεί για το μεροκάματό του, ο άνθρωπος που βρίσκεται σε πραγματική εξάρτηση, εκείνος που έχει ήδη πληρώσει το κόστος μιας διαφωνίας χρειάζονται στήριξη. Η εύκολη καταδίκη τους από την ασφάλεια μιας οθόνης είναι άλλη μία μορφή ανέξοδης ανωτερότητας. Η βαρύτερη ευθύνη ανήκει σε όσους αξιοποιούν αυτή την ανασφάλεια για να εξασφαλίσουν υπακοή.
Η αξιοπρέπεια αποκτά περιεχόμενο μέσα από συγκεκριμένες πράξεις: να ζητάς απαντήσεις, να ελέγχεις όσα σου λένε, να στηρίζεις εκείνον που διατυπώνει ένα τεκμηριωμένο ερώτημα, να κρίνεις με το ίδιο μέτρο συμμάχους και αντιπάλους. Να μπορείς να πεις «έκανα λάθος που σας εμπιστεύτηκα» χωρίς να νιώθεις ότι προδίδεις την ταυτότητά σου.
Μια κοινωνία που χαρίζει λευκές επιταγές θα πληρώνει διαρκώς τον λογαριασμό. Και μια εξουσία που συνηθίζει στην άνευ όρων ανοχή θα εκλαμβάνει όλο και συχνότερα τη λογοδοσία ως ενόχληση.
Γι’ αυτό το «ως εδώ» πρέπει να αποκτήσει δημόσια φωνή, συνέπεια και διάρκεια. Στην κάλπη, στη συνεδρίαση, στη συλλογική διεκδίκηση, στην καθημερινή άρνηση να ανταλλάσσουμε τα δικαιώματά μας με προσωπικές χάρες.
Όποιος θεωρεί ότι η ψήφος μας του παραχώρησε και την αξιοπρέπειά μας, ας ετοιμαστεί να απογοητευτεί.

