Μια κοινωνία που επιδεικνύει τον πλούτο της και περιφρονεί όσους αποκλείονται από αυτόν δεν μπορεί να παριστάνει την έκπληκτη όταν οι νέοι οργίζονται.

Υπάρχει ένας βολικός τρόπος να μη συζητήσεις ποτέ σοβαρά για την οργή των νέων: να αναζητάς διαρκώς ποιος βρίσκεται πίσω τους. Ποιος τους οργανώνει, ποιος τους παρακινεί, ποιος τους χρησιμοποιεί. Έτσι, η συζήτηση απομακρύνεται από όσα ζουν και μεταφέρεται σε έναν αόρατο μηχανισμό που υποτίθεται ότι κινεί τα νήματα.
Η φτώχεια, η ανασφάλεια, ο αποκλεισμός και η καθημερινή ταπείνωση βγαίνουν από το κάδρο. Στη θέση τους μπαίνει ο ύποπτος νέος. Αυτός που πρέπει να απολογηθεί επειδή θυμώνει, προτού καν ακουστεί ο λόγος του θυμού του.
Το κοινωνικό σχόλιο για την Ιταλία που δίνει αφορμή σε αυτή τη συζήτηση θέτει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό ερώτημα: τι θέση προσφέρουμε στους νέους μέσα στις πόλεις που τόσο περήφανα διαφημίζουμε;
Μια πόλη μπορεί να διαθέτει εντυπωσιακά κτίρια, διεθνείς διοργανώσεις και πανάκριβες εμπορικές βιτρίνες. Το κρίσιμο, όμως, είναι αν ο εργαζόμενος μπορεί να κατοικήσει σε αυτήν. Αν μια οικογένεια μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά της χωρίς να μετατρέπει κάθε λογαριασμό σε οικογενειακή κρίση. Αν ένας νέος μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του χωρίς να θεωρεί την ανεξαρτησία άπιαστη πολυτέλεια.
Διαφορετικά, η ανάπτυξη γίνεται θέαμα που καλούνται να παρακολουθήσουν όσοι δεν έχουν θέση μέσα της.
Και εδώ βρίσκεται μια βαθιά υποκρισία. Ζητάμε από τους νέους να μην αξιολογούν τη ζωή με βάση τα χρήματα, ενώ τους περιβάλλουμε με μηνύματα που μετρούν την επιτυχία αποκλειστικά με την κατανάλωση. Τους ζητάμε να μορφωθούν, να εργαστούν, να περιμένουν. Ταυτόχρονα, τους παρουσιάζουμε την επίδειξη πλούτου ως την απόλυτη δικαίωση.
Ύστερα τους κατηγορούμε επειδή επιθυμούν όσα τους μάθαμε να θαυμάζουν.
Ούτε η επιθυμία για ένα ακριβό προϊόν αποδεικνύει ότι κάποιος δεν στερείται ούτε η φτώχεια απαιτεί πιστοποιητικό ασκητισμού. Ο άνθρωπος που δυσκολεύεται δικαιούται να θέλει μια όμορφη ζωή. Δεν οφείλει να εγκαταλείψει κάθε επιθυμία για να κριθεί άξιος κοινωνικής προστασίας.
Η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να χορηγείται υπό τον όρο της σιωπής.
Το ίδιο ισχύει για την πολιτική συζήτηση γύρω από τις δημόσιες δαπάνες. Κάθε κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί τις προτεραιότητές της: τι διαθέτει για σχολεία, υγεία, στέγαση και κοινωνική προστασία, τι διαθέτει για την άμυνα και πώς κατανέμει τα βάρη. Οι επιλογές αυτές χρειάζονται δημόσια τεκμηρίωση και έλεγχο. Η επίκληση της «ανάγκης» δεν αρκεί για να κλείνει κάθε συζήτηση.
Όταν ζητούνται θυσίες, το πρώτο ερώτημα είναι ποιος τις αναλαμβάνει. Το δεύτερο, ποιος έχει τη δυνατότητα να τις αποφύγει.
Απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα, οι απαξιωτικές ταμπέλες για τη νεολαία προσφέρουν μια εύκολη πολιτική διέξοδο. Μετατρέπουν διαφορετικούς ανθρώπους, διαφορετικές διαδρομές και διαφορετικά προβλήματα σε μία απειλητική κατηγορία. Κι όταν ένας άνθρωπος αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως απειλή, γίνεται ευκολότερο να μη συζητηθούν ποτέ οι ανάγκες του.
Ασφαλώς, ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν δικαιολογεί επιθέσεις, κλοπές ή καταστροφές. Η ευθύνη για μια πράξη παραμένει προσωπική. Αλλά η αντιμετώπιση της παραβατικότητας απαιτεί και κατανόηση των συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσεται. Διαφορετικά, η πολιτεία περιορίζεται να διαχειρίζεται τις συνέπειες, αφήνοντας ανέγγιχτες τις αιτίες.
Μια σοβαρή κοινωνία δεν περιμένει να σπάσει μια βιτρίνα για να προσέξει το παιδί που στεκόταν απέξω. Επενδύει εγκαίρως στο σχολείο του, στη γειτονιά του, στη δυνατότητά του να εργαστεί και να κατοικήσει αξιοπρεπώς.
Προτού, λοιπόν, αναζητήσουν ακόμη έναν κρυφό υποκινητή, ας απαντήσουν σε κάτι απολύτως φανερό:
Τι μέλλον προσφέρουν σε εκείνους από τους οποίους απαιτούν διαρκώς υπομονή;

